Αρχικό

Παρουσίαση του τρόπου συλλογής όπως αυτός γίνεται ακόμη και σήμερα KAI ΜΟΝΟ στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Σισες του Δήμου Μυλοποτάμου, Κρήτης (ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ).

9.3.81

Ετοιμολογία της λέξης λαδανο (Latin: Labdanum)

Όπως φαίνεται και από το παρακάτω σχεδιάγραμμα η ρίζα της λατινικής λέξης «labdanun» (λάβδανο) ξεκινά από την Ακκαδικη γλωσσά.

Ετοιμολογία της λέξης λάβδανο:
Medieval Latin lapdanum, labdanum, alteration of Latin ladanum,
from Greek ledanon, ledanon, from ladon, *ledon, rockrose, of Semitic origin; akin to Akkadian ladinnu, ladunu, an aromatic.  


Η Ακκαδική Αυτοκρατορία bτην 3η χιλιετία π.Χ.
Η Ακκαδική γλώσσα (lišānum akkadītum) ήταν σημιτική γλώσσα (κλάδος της ευρύτερης ομάδας Αφροασιατικών γλωσσών) και ομιλείτο στην Αρχαία Μεσοποταμία, Ιδιαίτερα από τους Ασσυρίους και τους Βαβυλωνίους. Στην γραπτή εκδοχή της χρησιμοποιείτο η σφηνοειδής γραφή, σύστημα γραφής που προέκυψε από την Σουμεριακή γλώσσα, μια μη σημιτική γλώσσα. Το όνομά της προέκυψε από την πόλη Ακκάδ, ένα μεγάλο κέντρο του Μεσοποταμιακού πολιτισμού.





Η λέξη λάβδανο ή λαδανο σε διαφορές Γλώσσες.
Akkadian: Ladunu.

Assyrian: Ladanu.

Bible:

Balm of Gilead (Βάλσαμο της Γαλαάδ)

Myrrh Old Testament.

Hebrew: Lot.

Greek : Ledanum.

Latin :Ladanum Labdanum.

Arabic : Ladhan.

Englisch: Ladanum.

German: Labdanum, Ladenharz, Ladan, Gummi or Resina Labdanum.

French: Ladanum.

Spanish: Ládano.

Turkish : Ladaen.

Πηγές - Βιβλιογραφία .

Labdanum: n. Also ladanum. A resinous exudation of certain Old World plant's of the genus Cistus, yielding a fragrant essential oil used in flavoring's and perfume's. [Medieval Latin, from Latin l`~adanum, from Greek ladanon, l`~edanon, from l`~edon, shrub from which labdanum exude's from Semitic, akin to or possibly ultimately from Akkadian ladunu.]

http://www.bbc.co.uk/dna/h2g2/A3120814

PRONUNCIATION: lab danm
VARIANT FORMS: also lad·a·num ( ladn-m)

NOUN: A resin of certain Old World plants of the genus Cistus, yielding a fragrant essential oil used in flavorings and perfumes.

ETYMOLOGY: Middle English, from Medieval Latin lapdanum, labdanum, alteration of Latin ladanum, from Greek ledanon, ledanon, from ladon, *ledon, rockrose, of Semitic origin; akin to Akkadian ladinnu, ladunu, an aromatic.
http://www.bartleby.com/61/18/L0001800.html