Αρχικό

Παρουσίαση του τρόπου συλλογής όπως αυτός γίνεται ακόμη και σήμερα KAI ΜΟΝΟ στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Σισες του Δήμου Μυλοποτάμου, Κρήτης (ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ).

19.8.09

Ιγνάτιου Ζαχαροπούλου Σύγχρονη Πλήρης Θεραπευτική με τα Βότανα.

Ιγνάτιου Ζαχαροπούλου
Ειδικού Γεωπόνου Καθηγητού

Σύγχρονη Πλήρης Θεραπευτική με τα Βότανα
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΑΛΟΥ

Κίστος (Cistus Creticus), οικ. Κιστωδών (Cistaceae) Κοινώς : Λαδανιά, Λάδανο, Λουβιδιά.
Διάφορα είδη του γένους αυτού συναντούμε αυτοφυή στην Ελλάδα. Από τα φυτά αυτά άλλοτε παρασκεύαζαν το φαρμακευτικό Λαύδανο (Laudanum). Τα νεώτερα χρόνια το φάρμακο αυτό (καταπραϋντικό) το παρασκευάζουν από το όπιο που παράγεται από το  Αφιόνι.
Ο Κίστος είναι χαμηλός θάμνος τριχωτός. Έχει φύλλα αντίθετα μικρά ή μεγαλύτερα ωοειδή, μακρουλά. Ανθή που θυμίζουν τα ολιγοπέταλα τριαντάφυλλα. Είναι συνήθως εύοσμα, αλλά που εύκολα ρίχνουν τα πέταλα τους. Είναι λευκά ή κοκκινωπά με στίγματα. Ο καρπός του είναι «κάψα» με πόλους σπόρους. Βλέπε και Συμπλήρωμα Β2.
Άλλο είδος είναι : Κίστος ο μικρανθής (Cistus parviflorus) – Αττική, Κρήτη, Αίγινα, Πόρος – Κίστος ο φασκομηλόφυλλος (Cistus salvifolius) γνωστός και ως αγριοφασκόμηλο ή Κίστος. Κίστος ο τριχωτός (Cistus villosus) κοινώς Λαδανιά, Κίστος ο λαδανοφόρος (Cistus ladaniferus) με πολλά λευκά Ανθή.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ Β2.
Σελίδα 299.
ΚΙΣΤΟΣ: Ο κ. Σ. θ. από το χωριό Έλαια Δωρίδας μας βεβαίωσε ότι εθεραπεύθη τελείως από σοβαρός μορφής κολίτιδα με τη συνεχή χρήση αφεψήματος Κίστου. Ώς μας είπε, έπαιρνε από το θάμνο αυτό με τα δυο χέρια μια αρκετή ποσότητα την οποία έβραζε σε πέντε κιλά νερό έπι πολλή ώρα ώς ότου επύκνωνε, το εσούρωνε και έπινε από ένα ποτηράκι του κρασιού πρωί, μεσημέρι, βράδυ, πριν το φαγητό, έτη ένα ολόκληρο μήνα και περισσότερο. Με αυτόν τον τρόπο ή θεραπεία ήταν τέλεια ως μας εβεβαίωσε. (βλ. λ.).



13.8.09

ΛΑΜΠΡΟΥ Π ΣΠΥΡΟΥ (ΒΟΥΝΙΩΤΗΣ) ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΒΟΤΑΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ.




ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΒΟΤΑΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Π ΣΠΥΡΟΥ (ΒΟΥΝΙΩΤΗΣ)

Λάμπρου Σ., 1984, Τα βότανα και οι θεραπευτικές τους ιδιότητες, Εκδόσεις Σπύρος Σπύρου Ε. Ε, Αθήνα

158. ΚΟΥΝΟΥΚΛΙΑ (Cistus salvifolius)

Κίστος ο ελελιφασκόφυλλος Κοινώς Κιστάρι - Κουνουκλιά, Ασπροκουνουκλιά, Αγριοφασκομηλιά, Αγρια Αλιφασκιά, Βούκισο και Βούκισα

Ανήκει στην οικογένεια των Κιστωδών. Το γένος του αριθμεί περί τα 20 και πλέον είδη, όλα φυτά φρυγανώδη ή θαμνώδη, ιθαγενή κυρίως των παραμεσογείων χωρών.

Στην αρχαιότητα ήταν γνωστή με διάφορες ονομασίες σαν Κίστος, Κίσθος, Κίσσαρος ή Κίσθορα. Κοινώς δε Κιστάρια, Ξιστάρια, Αλιταριά κ.λπ.

Στην Ελληνική χλωρίδα σήμερα είναι γνωστή σαν Αγριοφασκομηλιά. κατά Θεόφραστο Λαδανιά, Λήδον, Κίστος κ.λπ. Στους αγροτικούς όμως πληθυσμούς περισσότερο είναι γνωστό σάν κουνούκλα και χρησιμοποιείται πολύ για να καίνε τούς φούρνους.

Τα πιο χρήσιμα μέρη της είναι τα φύλλα, όταν είναι ανθισμένη. Οι βιοχημικές ιδιότητες της Κουνούκλας είναι πολλές, εξ αιτίας των ουσιών που περιέχει, όπως την κομμιο - ρητινώδη ουσία που είναι κοκκινόμαυρη και με αρωματική οσμή, την βαλσαμώδη ρητίνη ή το Λάδανο πού το καλοκαίρι δακρύζει από φύλλα και βλαστούς και από τα αρχαία χρόνια το χρησιμοποιούσαν για θεραπευτικούς σκοπούς και θεωρούνταν αντιλοιμώδης κ.λπ.

Οι θεραπευτικές ιδιότητες της Κουνούκλας κατά τους λαϊκούς θεραπευτές και χωρικούς, είναι πάμπολλες : Τα φύλλα και τα άνθη του φυτού εχρησιμοποιούντο για τη θεραπεία της εντεροκωλίτιδος, των αιμορροΐδων, της δυσεντερίας, των νεφρολιθιάσεων, των κυστικών και ηπατικών παθήσεων και των δερματικών εκδηλώσεων, είτε με μορφή αφεψήματος είτε με μορφή αλοιφής, καταπλασμάτων ή έμπλαστρων με τις εξής αναλογίες :

Αφέψημα 30 γραμμ. του φυτού σε 600 γραμμ. νερό το βράζουν ώσπου να μείνουν 300 γραμμ. Σαν έμπλαστρο χρησιμοποιείται εναντίον των πάσης φύσεως ρευματαρθριτικών πόνων, της πνευμονίας και του βρογχικού κατάρρου, καθώς και σαν αλοιφή, αφού κοπανισθούν τα φύλλα και τα άνθη μαζί με κερί και αιθέριο λάδι ως εξής : 7 μέρη κεριού και λαδιού σε 6 μέρη του φυτού και ένα ως δύο μέρη υδατώδους εκχυλίσματος.

Από τους αγροτικούς πληθυσμούς της Κρήτης χρησιμοποιείται πολύ εναντίον των στηθικών παθήσεων και σαν διουρητικό.



22.7.09

0 ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΟΤΑΝΑ ΥΓΕΙΑ - ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ - ΘΕΡΑΠΕΙΑ - ΟΜΟΡΦΙΑ

ΒΟΥΛΑΣ ΘΑΝΑΣΟΥΑΙΑ
ΓΕΩΠΟΝΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ

Σελίδα 81-82
Λαδανιά
Cistus creticus Boiss.
Οικ. Cistaceae

Μικρός, φρυγανώδης θάμνος, ύψους μέχρις 1 μέτρου, αυτό φυόμενος στην Ελλάδα. Έχει φύλλα αντίθετα, ωοειδή, με αραιές τρίχες και κόκκινα άνθη.
Είναι φυτό πολύ κοινό στην Ελλάδα, αρωματικό, γνωστό και σαν αλάδανος, λάδανο, ήμερη κουνουκλιά, ήμερο κιστάρι, κίστος.
Είναι είδος γνωστό από πανάρχαιους χρόνους. Από τα φύλλα και τους βλαστούς ελάμβαναν ρητίνη, γνωστή ως λ ά-δ α ν ο, πού μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνος εθεωρείτο από τα πιο σπουδαία φάρμακα. Το λάδανο αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη ότι είχε Ιδιότητες στυπτικές, θερμαντικές, μαλακτικές κ.λ.
Τα φύλλα και οι βλαστοί του κατά τον Ιούνιο και Ιούλιο εκκρίνουν μια ρητινώδη ουσία, πού θεωρείται φαρμακευτική (στυπτική, αντικαταρροϊκή, αντισπασμωδική, αποχρεμπτική, καταπραϋντική).
Χρηοιμότης :  αϋπνία,  διάρροια, οδοντόπονοι, τέτανος.



Λεξικό Φυτολογικό, 1914

Π. Γ. Γενναδίου
Π. Γ. Γενναδίου
Λεξικό Φυτολογικό, 1914 Σελ. 512 - 513
Φωτομηχανική ανατύπωση έκδοση Τροχαλία 1997
Λεξικό Φυτολογικό, 1914
Σελ. 512 - 513
Φωτομηχανική ανατύπωση έκδοση Τροχαλία 1997

Κιστάρι και Κίστο, βλ. Κίστος.
Κίστος (Cistus, γαλλ. Cistus, αγγλ. Rock-Rose, τ. Κιστωδών)• γ. περιλ,
περί τά 20 είδη• φ. φρυγανώδη ϊβαγ. τών παραμ. χωρών, οι παρ' άρχαίοις Κίστος Κίσθοι, Κίσσαροι η Κίσθαρα, κν. δέ Κιστάρια, Κίστα, Κίσταρα, Άτί-σαροι, Άλίσαροι (έν Θήρα), Άλιταριές (έν Πάρω), Ξιστάρια, Ξισταριές και Κουνουκλιές (έν Κύπρω). Εϊδη της έλλ. χλωρ. α') Κ. ό έλελισφακόφυλλος (C. salvifolius), ή κν. Άγριοφασκομηλιά, ό του Θεοφρ. και τοϋ* Διοσκρ. θήλυς Κίστος, β') Κ. ο κρητικός (C. creticus), ό κν. Αλάδανος ή Λαδανιά και έν Κύπρω Λουβιδιά, Λεουδιά ή Ληονιά, το τοΰ Διοσκρ. έτερον είδος Κίστον η Λήδον. γ') Κ. δ λαχναΐος (C. villosus ή incanus), ό τοΰ Θεοφρ. και τοΰ Διοσκρ. άρρην Κίστος, δ') Κ. ο μικρανθής (C. parviflorus). και ε') Κ. & μομπελιανός (C.monspeliensis), ό έν Μεσσηνία Βούθικο ονομαζόμενος.

Τοΰ δευτέρου ιδίως είδους (Κ. τοΰ κρητικού) τά φύλλα και οι βλαστοί κατά. Ιούνιον και Ίούλιον έκκρίνουσι είδος βαλσαμώδους ρητίνης, το λάδανον, ήτις άπ'ο παναρχαιοτάτης εποχής μέχρι τέλους τοΰ" 18ου αιώνος εχρησιμοποιειτο πολλαχοϋ ώς ουσία φαρμακευτική (φρμ• Gummi Ladanum, γαλλ. κα'ι αγγλ. Ladanum), άντιλοιμική (ΐδίως κατά της πανώλους) και αρωματική (προς θυμιάσεις). Σήμερον ή ουσία αΰτη χρησιμοποιείται σχεδόν μόνον ύπό τών ιθαγενών του Σουδάν ώς άντιλοιμική.

• Το λάδανον αναφέρεται υπό του Ηροδότου ('), ο δέ Διοσκορίδης λέγει περί αυτοϋ τά έξης: «Γίνεται δέ εξ αύτοΰ (τοΰ «έτέρου είδους Κίστου») τό λεγό-μενον λάδανον τά φύλλα γάρ αύτοΰ νεμόμεναι αί αίγες και οι τράγοι τήν λι-παρίαν άναλαμβάνουσι τω πώγωνι γνωρίμως, και τοις μηροις προσπλαττομένην διά τό τυγχάνειν ιξώδη, ην άφαιροΰντες ύλίζουσι, και άποτίθενται άναπλάσσον-τες μαγίδας' έ'νιοι δέ και σχοινιά έπισύρουσι τοίς θάμνοις, κα'ι τό προσπλασθέν αύτοις λίπος άποξύσαντες άναπλάσσουσιν κράτιστον δέ έστιν αύτοΰ τό ευώδες, ύπόχλωρον, εύμάλακκον, λιπαρόν, άμέτοχον ψάμμου η ψαφαρίας, ρητινώδες"
Το νησί της Κύπρος μέχρι της αρχές του περασμένου αιώνα αποτελούσε σημείο συλλογής του λάβδανου. Αλλά με αλλαγή των κλιματολογικών συνθηκών φαίνεται ότι η συλλογή σταμάτησε. «Σήμερον έν Κύπρο το λάδανον συλλέγεται μόνον περί τήν Τηλιριαν»

(') «Τό δέ δή λήδανον, τό Άράβιοι καλέουσι λάδανον, έ'τι τούτου θαυμασιώ-•τερον γίνεται. Έν γάρ δυσοδμοτάτω γινόμενον εύωδέστατόν έστι τών γάρ αιγών τών τράγων εν τοισι πώγωσι ευρίσκεται έγγινόμενον οιον γλοιός άπό της ύλης χρήσιμον δ'ές πολλά τών μύρων έστί, θυμιώσί τε μάλιστα τοΰτο'Αράβιοι»(Γ,112). 513το!οΰτον δε έστι το έν Κύπρω γεννώμενον' τό μέντοι άραβικόν και λιβυκον εΰτε-λέστερον. Δύναμιν δέ έ'χει στυπτικήν, θερμαντικήν, μαλακτικήν, άναστομωτικήν" ιστησι δέ τάς ρέουσας τρίχας, μιγέν οϊνω και σμύρνη και μυρσίνω έλαίω» κ.λ.

Σήμερον το λάδανον συγκομίζεται, άλλ' εις μικρά μόνον ποσά, έν Ισπανία (έκ Κ. τοΰ λαδανοφόρου— C. ladaniferus). Κρήτη, Κύπρω και τισιν ά'λ-λαις παραμ. χώραις (ιδίως έκ Κ. τοΰ κρητικοί). Έν Κύπρω, έ'νθα Κ. 6 κρητικός άπαντα αυτοφυής έπί μεγάλων εκτάσεων, το λάδανον (το κν. έν Κύπρω ληόνι) συγκομίζεται καθ' ον ακριβώς τρόπον περιγράφει ό Διοσκρ. Ό Μαρίτης αναφέρει οτι έπί τών ήμερων του (1763) ικανή ποσάτης λαδάνου συνελέγετο περί τά Λεύκαρα και εξήγετο διά τοΰ λιμένος της Λάρνακος ε'ις κιβώτια τών 50 και 100 όκ., διευθυνόμενον εις διαφόρους χώρας της Ευρώπης. Περί τά μέσα τοΰ παρελθόντος αιώνος, ότε ό Γωδρύ έπεσκέφθη τήν Κύπρον, έξηκολούθει αυτόθι ή συλλογή τοΰ λαδάνου, αλλά μόνον προς έπιτόπιον κατανάλωσιν. Σήμερον έν Κύπρο το λάδανον συλλέγεται μόνον περί τήν Τηλιριαν" κα'ι μέρος μέν του προϊόντος καταναλίσκεται έν τη* νήσω, μέρος δέ εξάγεται έν μορφν; μαγίδων διά τήν Αΐγυπτον ένθα πωλείται προς 3-4 σελίνια κατ' όκάν. Το πλείστον τοΰ λαδάνου συλλέγεται έν Κύπρω δι' οργάνου ονομαζόμενου ληονίοτρα και συνισταμένου έκ ράβδου μήκους 90—120 έ. μ. άπό τοΰ έτερου ά'κρου της όποιας εξαρτάται ξύλινον τόξον φέρον πολλάς παχείας και περί τά 30 έ. μ. μακράς δερμάτινους λωρίδας η ράμματα. Καθόσον τό τόξον σύρεται άνωθεν τών Κίστων αϊ θίγουσαι αυτούς λωρίδες ή τά ράμματα προσλαμβάνουσι τό λάδανον, όπερ προσκολλάται έπ' αυτών και τό οποίον ό λαδανοσυλλέκτης άποξέει κατά διαλείμματα και άναπλάσσει εις (ϋώλους ή μαγίδας. Άλλα τό ούτω συλλεγόμενον προϊόν εινε πάντοτε άναμεμιγμένον μέ παντοίας ξενας ύλας, και ιδίως με χώμα, ως εκ της συχνής προστριβής των ραμμάτων ή λωρίδων του τόξου• εις το έδαφος. Πολύ καθαρώτερον είναι το λάδανον το συλλεγόμενον από τοΰ πωγιυνος κα'ι τών παραγναθίων και παραμηριαίων τριχών τών εις κιστοφόρους τόπους (βοσκόντων τράγων και αιγών, έφ' ών τριχών προσκολλάται και συγκρατείται κατά θρόμβους ή ρητινώδης αύτη ουσία. Το κατά τους ανωτέρω δύο τρόπους συγκομιζόμενον λάδανον καθαρίζεται θερμαινόμενον εν ύδιτι και διηθουμενον διά λεπτοΰ υφάσματος. Απαλλασσόμενο•/ ούτω των ξένων υλών αναπλάσσεται εις μαγίδας, έκαστη των όποιων συνήθως ζυγίζει περί τά 200 οραμια. Η Αλεξάνδρεια είναι σήμερον ή μόνη οπωσδήποτε σπουδαία άγορα τοΰ προϊόντος τούτου1, άποστέλεται δ' εκεί πλην της μικρας ποσότητος της εξαγομένης έκ Κύπρου κοιί όλόκληρον σχεδόν το προϊόν της Κρήτης, ήτις παράγει πολύ μεγαλήτερον ποσόν. Έ; Αλεξανδρείας το προϊόν τούτο διευθύνεται εις το Σουδάν, Όπερ, ως ειπομεν, είναι ο κύριος τόπος της καταναλώσεως του λαδάνου σήμερον.

Από το βιβλίο φαίνεται η Κρήτη να είναι η κύρια παράγωγη για το λάβδανο. «Κρήτης, ήτις παράγει πολύ μεγαλήτερον ποσόν.»




15.7.09

«Συμβολή εις τη δημώδη ορολογίαν των φυτών»

«Συμβολή εις τη δημώδη ορολογίαν των φυτών»
Της Φραγκάκη Ευαγγελία
Αθηνα 1969

Άλαδανιά (ή) ή Άγκίσαρος ή\ άτζίκαρος (Κίσθος ή λάδανον ή κίσθαρος έν Oribase Collect Med. XV, Ι σελ. 649)=Κίστος o Κρητικός. Τα φύλλα και οι τρυφεροί βλαστοί έκκρίνουσι είδος κομμεορητίνης (οσμή, βαλσαμώδης) πού λέγεται αλάδανος. (Δεν πρέπει να γίνη σύγχυσις με το όπιουχον φάρμακον λαύδανον το όποιον στην Κρήτη λέγεται λαουντανο και πουλιέται στα φαρμακεία). «Τον Πρώτοούλη (Ιούνιο) βγάνει έτσά 'νά μπράμμα σαν τη μαστίχα και σύρνει κόρδες. Ό αλάδανος είναι εφτά Καληωρες»• αυτά με πληροφορεί ή σεβάσμια κυρία Ζωγράφου ετών 90 άπό• το χωρίον Κρασί. Θεωρείται φάρμακο αντιλοιμικό και όταν ερθη σ υ ρ τ ι κ ο στα χωριά, τον βάζουν σε σακκουλάκια και τον κρεμούν στο λαιμό των παδϊων. Θεωρείται και αποτρεπτικόν τής βασκανίας και οι μητέρες τον παραχώνουν στις, σκουφίτσες και στα μαλλάκια των βρεφών. Για τους πόνους των άρθρων και τας ρευματικός παθήσεις, κάνουν εντριβές με αλάδανο. Τον αλάδανο ελαφρά χλιαρόν επιθέτουν στους κροτάφους και στο στήθος των βρεφών «όντέν είναι σουλουχουνιασμένα» (βράζει το στηθάκι τους από κρυολόγημα). «Τόν ανελιγώνεις με την άχνα σου και τονέ κάνεις πιτταράκια και τα θέτεις τσί μηλίγκους του κοπελιού, α θες βάνεις και κίμινο» (πληρ. Ζαφειρένιας Κεφαλογιάννη από το χωρίον Ανώγεια). Και για τη διάρροια ρίχνουν 'ένα βωλαράκι μέσα στό βρασταρικό. (Γιά την χρήσιν του ώς προς την χρονίαν βρογχίτιδα βλέπε έν λ. άστέρακας). Ό άλάδανος με άλλα υλικά γίνεται καί αλοιφή γιά τους δοθιήνες - χρησιμοποιείται ώς φουρνόξυλο και κάνει ωραίο παξιμάδι. Ό αλάδανος (ή κομμεορητίνη) έχει και χρωστικάς ιδιότητας, δίδει χρώμα βυσσινί διά βαμβακερά. Έχομε δύο ειδών αλαδανιά την κρίθινη (αυτή πού έχει άνθη ροζ - μώβ) και τη σ ί-τ ι ν η (αυτή πού 'έχει άνθη κίτρινα). Ή αλαδανιά με λευκά άνθη είναι σπανιώτερη. Πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Ό τόπος πού είναι κατάφυτος από αλαδανιές λέγεται α λ α δ α ν ι α ς.
Ο ιστορικός Δήμος Ανωγείων απέχει γύρω στα 30 km από την περιοχή που μαζεύεται το λαδανο.

'Ο περιηγητής Μπελόν αναγράφει λεπτομερώς πώς έγίνετο ή συλλογή του αλάδανου και δίδει και εικόνα του εργαλείου πού έχρησιμοποιεΐτο και πού έλέγετο αργαστήρι. Και σήμερα γίνεται με αργαστήρι ή συλλογή ως έξης: Παίρνουν δύο ξύλα και τα καρφώνουν εις τρόπον ώστε να σχηματισθή ένα κεφαλαίο τάφ. Πάνω στό οριζόντιο ξύλο (κεφαλή τοΰ άργαστηρ-γιοΟ) καρφώνουν πολλές λουρίδες άπό δέρμα, μήκους περίπου 0,30 μ. Κρατώντας το αργαστήρι από το μακρύτερο ξύλο, «αποσύρνουν τσί λουρίδες» επάνω στην άλαδανιά. "Έτσι κολλά επάνω τους ή ημίρρευστος ουσία. Ξύνουν ύστερα την ουσία αυτή με μαχαίρι και την πλάθουν σέ βώλους. Άλλα υπάρχει και άλλος τρόπος πιο ξεκούραστος και πιο απλός. Οί καημένες οι αίγες δουλεύουν, αν και άθελα τους γιαυτό. Την ώρα πού βόσκουν -τρώνε τις αλαδανιές, γιατί πολύ τις αγαπούν και προσπαθούν να φάνε όσες μπορούν περισσότέρες — (ό πρώην βοσκός Έμμ. Ξυλούρης έξ Ανωγείων με πληροφορεί ότι εγνώριζε πότε θα γίνη κακοκαιρία από τις αίγες του, όταν τις εβλεπε δηλαδή νά τρώνε με λαιμαργία τις αλαδανιές), ή ημίρρευστη ουσία κολλά πάνω τα γένεια τους και στα μεργιά (μηρούς) τους και σχηματίζονται τζομπγιά τζομπγιά (θρόμβοι), τά οποία αποσπούν οι συλλέκτες και τα μαλάσσουν σε βώλους. Επειδή όμως ανακατεύονται μαζί και ξένες ύλες .(φ ρ ύ σ ο υ λ α - μικρά ξυλάκια -, χώματα κλπ.) ό αλάδανος πρέπει να καθαριστή. Βάζουν νερό στό σ ι ν τ ε ρ ο τ σ ί κ α λ ο (χύτρα χαλκωματένια γανωμένη) και βράζει το νερό. Μέσα σ' αυτό το χ ο χ λ α κ ι χ τα ό νερό ρίχνουν τους βώλους και λυώνουν. "Έτσι βραστό όπως είναι το μίγμα, το περνούν μάνι μάνι από ψιλό καθαρό ν τ ο υ λ π έ ν τ ι (τουλουπάνι) και αφήνουν το μίγμα στο απόί (νυχτερινή δρόσος). Το νερό ψύχεται και ό αλάδανος πήζει και βγαίνει στην απάνω μερά (επιφάνεια). Τον μαζώνουν «πριχού δώσ' ό ήλιος» για να μή λ ύ σ η και τον ξανακάνουν βώλους ή κ ρ ι μ π ά τ σ α ή κεράκια, και τον αφήνουν σε ψυχρό χώρο. (Ειρήσθω έν παρόδω ότι και οι λαγοί αρέσκονται στη μυρωδιά και στη σκιά τής αλαδανιάς. Ό πεθερός μου Ίω. Φραγκάκις, δεινός κυνηγός, με πληροφορεί ότι βρίσκει ίχνη του λαγού από τις τρίχες του, πού κάθονται πάνω στις αλαδανιές). Οι μαμήδες (μαϊαι) πηγαίνουν μόνες τους και μαζεύουν αλάδανο (να μην αγγίξη αντρίστικο χέρι) και τον χρησιμοποιούν για τα βρέφη. Ή Κρήτη άλλοτε έκανε μεγάλη εξαγωγή αλάδανου στην Αίγυπτο και στο Σουδάν. Σήμερα «τόν τράβα» μόνο το Σουδάν. Καθώς με πληροφορεί ή κυρία Μαρία Δενδρινου - Αλιφεροπούλου εκ Χαρτούμ (ενοικιάστριά μου στο σπίτι τής Φιλοθέης) διπλωματούχος Μαία, οι πλούσιες Σουδανέζες πελάτισσες της χρησιμοποιούν τον άλάδανο μαζί μέ σανταλόξυλο είς υποκαπνισμούς, για λόγους κοκκεταρίας. Ή Δις Μαρία Γερμανάκη, ανεψιά του ποτέ Μητροπολίτου Κρήτης Τιμοθέου Βενέρη, με πληροφορεί ότι ο Τιμόθεος Βενέρης, ων επίσκοπος Ρεθύμνης καί Αυλοποτάμου, εφοδίαζε το Πατριαρχείων Κων/λεως με αλάδανο, για την παρασκευή του Αγίου Μύρου.

Για τον αλάδανο ομιλεί ο Ηρόδοτος (Γ έκδ. Παπύρου σελ. 599 παρ. 107 και παρ. 112) ως έξης: «Τό δέ δή λήδανον, τό Άράβιοι καλέουσι λάδανον έτι τούτου ;{τοΰ στύρακος] θώμασιώτερον γίνεται, έν γάρ δυσοσμοτάτω γινόμενον εύωδέτατόν έστι. τών γάρ αιγών τών τράγων έν τοις πώγωσι ευρίσκεται εγγινόμενον οίον γλοιός από τής ύλης. Χρήσιμον δ' ές πολλά τών μόρων εστί, θυμιώσι τε μάλιστα τούτο Άράβιοι». Ό Διοσκορίδης («Τά σωζόμενα» έκδ. "Αλδου 1518)«,σελ. 30) ομιλεί περί λαδάνου μέ τά κάτωθι: «Γίνεται δέ έξ αυτού (τού έτερου είδους Κίστου) τό λεγόμενων λαδανον. τά φύλλα γάρ αύτοϋ νεμόμεναι αί αίγες καί οί τράγοι τήν λιπαριαν άνάλαμβάνουσι τω πώγωνι γνωρίμως, καί τοΐς μηροΐς προσπλαττομένην διά τό τυγχάνειν ιξώδη, ήν άφαιρούντες ύλίζουσι, καί άποτίθενται άναπλάσ-σοντές μαγίδας. ενιοι δέ καί σχοινιά έπισόρουσι τοΐς θάμνοις, καί τό προσπλασθέν αύτοΐς λίπος άποξύσαντες άναπλάσσούσιν.;......... δύναμιν δε εχει στυπτικήν, θερμαντικήν, μάλακτικήν, άναστομωτικήν. ιστησι δέ τάς ρέουσας τρίχας, ύποθυμιάται, σκληρίας θεραπεύει…………»

Ή αλαδανιά όταν είναι ανθισμένη είναι χάρμα οφθαλμών, άλλα τα άνθη της δεν κρατούν πάνω από μία μέρα. Ευτυχώς πού δεν τα ανοίγεί όλα μαζί, και ευτυχώς πού κάνει πάρα πολλά άνθη. Αυτοφυές φυτόν τής Κρήτης, ήλκυσε την προσοχήν των Μινωιτών καλλιτεχνών και έτσι την βλέπομε να, εικονίζεται στη θαυμάσια νωπογραφία τής Κνωσού «το γαλάζιο πουλί», μαζί με αλλά λουλούδια τής Κρήτης.

3.7.09

Ιωάννου Ε. Χαβάκη -Φυτά καί Βοτάνια της Κρήτης.

Ιωάννου Ε. Χαβάκη
Ιατρού
Φυτά καί Βοτάνια της Κρήτης
Ιωάννου Ε. Χαβάκη
Ιατρού
Φυτά καί Βοτάνια της Κρήτης

Σελίδες: 80 - 81

46) Άλαδανιά
Έτσι ονομάζεται στη Κρήτη το φυτό κίστος ο Κρητικός «Cistus creticus». Σε πολλά μέρη του νήσου λέγεται και αγκίσσαρος και τα μέρη πού φυτρώνει λέγονται «αγκισσαράδες».
Συνδέεται με την Μινωική Κρήτη από μία τοιχογραφία της Κνωσού (το γαλάζιο πουλί) όπου οι αρχαιολόγοι μαζί με τα άλλα φυτά αναγνωρίζουν και τον αγκίσσαρος.
Οι αρχαίοι ωνόμαζαν τό φυτό «αλίσαρον». Αναφέρουν γι' αυτό και ο Διοσκουρίδης και ο Ηρόδοτος. Γλωσσολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ή ονομασία αυτή —καθώς δεν διαφέρει πολύ από την υπάρχουσα Κρητική αγγίσαρος— γιατί προέρχεται κατ' ευθείαν από τους Μινωΐτες, αφού όλα τα ονόματα της αρχαίας Ελληνικής πού λήγουν εις -ισαρος θεωρούνται Μινωικής προελεύσεως.
Το φυτό ανήκει στην οικογένεια των κιστωδών. "Όλα τα υπέργεια μέρη του κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο εκκρίνουν από τις μασχάλες των φύλλων του, βαλσαμώδη ουσία —το αλάδανο—. Ή ουσία αυτή ήτο επίσης γνωστή στους αρχαίους οι όποιοι την χρησιμοποιούσαν στη θεραπευτική τους. «Τό δέ λάδανον» λέγει ό Διοσκουρίδης «δύναμιν στυπτικήν, θερμαντικήν, μαλακτική, άναστομωτικήν έχει, ϊστησι δέ τάς ρέουσας τρίχας, μιγέν οϊνω και σμύρνη καί μυρσίνω έλαίω..».
Ή ίδια ουσία φαίνεται να έπωλεΐτο τότε και στην Αίγυπτο, γιατί ό Ηρόδοτος αναφέρει «τό δέ λήδανον τό Άράβιον καλέουσι λάδανον.. (Ήροδ. Γ 112) πού σημαίνει δτι έχρησιμοποιοϋσαν όχι μόνον τήν ουσία άλλα και την ίδια την Κρητική της ονομασία.
Ή ουσία είναι ρητίνη, πού κατά τις εργασίες του καθηγητού της Χημείας Εμμανουήλ, περιέχει λαδανολίνη, αιθέριο λάδι, κόμι, ρητινώδεις ουσίες, χρωστικές ύλες καί ρεσένη.
Μαζεύεται άπό τους βοσκούς και από τους λαδανοσυλλέχτες. Οι βοσκοί βόσκουν τά αιγοπρόβατα τους μέσα σέάγγισαράδες. Οί τρίχες των ζώων παρασύρουν τις ρητινώδεις ύλες υπό μορφή μελανών ή βαθέως καφεοειδών σφαιρίων, τα όποια μαζεύουν οι βοσκοί και σχηματίζουν βόλους από ακάθαρτο αλάδανο. Τους βόλους αυτούς τους βράζουν με νερό και τους απαλλάσσουν από τις τρίχες των ζώων και έτσι σχηματίζουν μάζες καθαρές από αλάδανο, πού μεταφέρουν στο εμπόριο. Οι αλαδανοσυλλέκτες κτυπούν τα φυτά με τριχοφόρα μαστίγια από τρίχες ουράς μονόπλων ζώων. Ή ρητινώδης ύλη προσκολλάται κι εδώ στις τρίχες από ο που την μαζεύουν σε βόλους, την καθαρίζουν με βρασμό και την μεταφέρουν στο εμπόριο.
Παλιότερα ή αλαδανοσυλλογή ήτο συστηματικότερη και πλουσιότερη και όπως αναφέρει ο Μ. Χουρμούζιος στα Κρητικά του (Αθήναι 1842), έγίνετο από ανθρώπους της περιοχής Μυλοποτάμου καί από βοσκούς και καλογήρους της μονής Μπαλί. Το αλάδανο πλην της θεραπευτικής εφαρμογής του, χρησιμοποιείται για την παρασκευή θυμιάματος για τις εκκλησίες και αρωμάτων. Σαν αρωματική ουσία, όπως αναφέραμε το χρησιμοποιούσαν από την πιο παλιά εποχή οι "Άραβες.
Ή λαϊκή Κρητική θεραπευτική χρησιμοποιεί τα φύλλα και τα άνθη τού φυτού σέ αφεψήματα ή εγχύματα, σαν φάρμακο στυπτικό, άντιδιαρροϊκό και σαν βάλσαμο επί στηθικών νοσημάτων. Το αλάδανο διαλυμένο με λάδι, το χρησιμοποιεί εξωτερικά σε επιτρίψεις, σαν φάρμακο επισπαστικό και αναλγητικό επί νευραλγιών, ρευματισμών και κρυολογημάτων.


15.4.09

Οι αρωματικές λαδανιές στο Λασίθι...

Πέμπτη, 30 Απρίλιος 2009 11:54

Σε ιατρική εγκυκλοπαίδεια διαβάζω ότι «...είναι φυτό αρωματικό και φαρμακευτικό. Ο βλαστός και τα φύλλα περιέχουν βαλσαμώδη ρητινική αρωματική ύλη, το λάδανο. Η ρητίνη αυτή εκκρίνεται από τις αδενώδεις τρίχες των φύλλων και παρουσιάζει ισχυρή αντιμικροβιακη δράση και κυρίως αντιλευχαιμικη δράση. Το λάδανο έχει επίσης καλά αποτελέσματα κατά της αϋπνίας, του πονόδοντου και του τέτανου. Με τους καρπούς του φυτού φτιάχνεται ένα βραστάρι που σταματά τη διάρροια και με τα φύλλα του ένα αρωματικό τσάι...».
Παλιότερα ορισμένοι αρτοποιοί το έβαζαν στο φούρνο τους για να αρωματίζουν τα παξιμάδια, ενώ σε κάποιες περιοχές της Κρήτης, με το θυμίαμα της ρητίνης θύμιαζαν τις εικόνες στις εκκλησίες. Έχει χρησιμοποιηθεί σαν αλοιφή σε διάφορες δερματικές παθήσεις αλλά και στην αρωματοποιία. Σύμφωνα με τον διάσημο αρχαιολόγο Πολ Φορ «...ο.ι κάτοικοι της Κρήτης περισυνέλεγαν λάδανο και το πρόσφεραν στον βασιλιά Μίνωα στην Κνωσό».

10.3.09

Λαδανο: Η αρχή του μεγαλύτερου πολιτισμού του Αρχαίου κόσμου (Νεολιθική εποχή).

Σε ελεύθερη μετάφραση 

Στην προϊστορική (νεολιθική) εποχή έζησε στην Βόρεια Αφρική, μεταξύ πολλών λαών, μια νομαδική φυλή των αίγα-herders. Περιστασιακά, αυτοί οι άνθρωποι παρατήρησαν ότι οι αίγες τους απόκτησαν μια μαυριδερή, κολλώδη ουσία στα δέρματά τους και τελικά συνειδητοποίησαν ότι εάν αυτή η ουσία αφαιρεθεί και καεί, παρείχε έναν πολύ ευώδη καπνό. Δεδομένου ότι ένας συνοπτικός κατά μέρος αυτό αξίζει ότι η χρήση των αρωματικών υλικών ως θυμίαμα είναι η προέλευση της αρωματοποιίας και αρωματοθεραπεια. Το ίδιο το άρωμα η λέξη προέρχεται από τις λατινικές λέξεις per- fumum, που σημαίνουν μέσω του καπνού.

Ζώντας στην Βόρεια Αφρική, όχι μακριά από το δέλτα του Νείλου, μπορώ να εκτιμήσω ότι τι είδους προσκρούστε σε μια ευχάριστη μυρωδιά είχε στους ανθρώπους που έζησαν εκεί εκείνη τη στιγμή. Ακόμη και ζωντανός με τα οφέλη του ζεστού νερού και του σαπουνιού κάποιος αρχίζει να μυρίζει όπως ένα τυρί μια ή δύο ώρες μετά από ένα ντους. Το καλοκαίρι ο πιό δροσερός χρόνος της ημέρας είναι στο μέσο της νύχτας. Ακόμα και τότε, με όλα τα παράθυρα ανοίξτε και μετακίνηση που περιορίζεται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο μηδέν, η διαπνοή χύνει μακριά σαν κάποια ήταν σε μια σάουνα. Η αξία μιας ευώδους ουσίας ήταν προφανής στους νομάδες μας και απομόνωσαν την προέλευση της μαύρης κολλώδους ουσίας. Οι αίγες `συνέλεγαν αυτό όπως έβοσκαν μεταξύ των λουλουδιών κίσθου (λάβδανο). Δεν μπορεί να είναι πολύ πριν να απομακρυθούν οι αίγες από την εξίσωση. Η εφεύρεση του ladanesterion, flail με τα λουριά δέρματος που ονομάζονται αργότερα μετά από τις εγκαταστάσεις από τους Έλληνες, μπορεί να ήταν η πρώτη τεχνολογία που αφορά τις αρωματικές ουσίες. Με το οι νομάδες θα μπορούσαν flail οι εγκαταστάσεις, η ρητίνη που κολλά στα λουριά. Από αυτούς που θα μπορούσε να είναι πιό βολικά από από θα μπορούσε από τα δέρατα των αιγών. (Χρησιμοποίησαν πραγματικά την άμμο για να χωρίσουν το λάβδανο από το ladanesterion, την άμμο εύκολα που αφαιρούνται αργότερα). Αρκετά φυσικά, η ρητίνη λαβδάνων συλλεχθείσα έτσι ήταν πολύ σε ζήτηση και οι νομάδες σταμάτησαν τελικά τη βοσκή αιγών για να γίνονται έμποροι λαβδάνων. Ήταν τόσο επιτυχείς σε αυτό ότι έγιναν η πρώτη δυναστεία της Αιγύπτου.

Εάν εξετάζετε τις εικόνες των pharoahs ή Osiris (τα καλολογικά στοιχεία είναι κατά ένα μεγάλο μέρος ανταλλάξιμα) θα δείτε ότι τα όπλα διασχίζονται πέρα από το στήθος, ένα χέρι που αντέχει έναν απατεώνα (μια κληρονομιά των ημερών αίγα-βοσκής), το άλλο χέρι που αντέχει flail (ladanesterion). Το pharoah φορά μια ψεύτικη γενειάδα (ακόμα κι αν θηλυκό!) πραγματικά γίνοντας από την τρίχα αιγών που κολλήθηκε προφανώς στο πηγούνι χρησιμοποιώντας το λάβδανο. Η σημασία των αρωματικών ουσιών στην αρχαιότητα ρίχνεται στην αιχμηρή ανακούφιση όταν συνειδητοποιείται ότι αυτός ο ταπεινός βράχος αυξήθηκε είναι αρμόδιος για τα εικονικά καλολογικά στοιχεία τόσο καλά - που ήταν γνωστά σε μας πέντε χιλιάες έτη αργότερα ακόμα κι αν κατά ένα μεγάλο μέρος έχουμε ξεχάσει ότι οι ρίζες αυτών των καλολογικών στοιχείων είναι στο θυμίαμα (ανά fumum). Ήταν Dioscorides που ανέφερε αρχικά τη μέθοδο ladanesterion συλλογής αλλά η πρώτη γραπτή αναφορά του λαβδάνου ως σύγχρονη ιατρική εμφανίστηκε το 1589 όταν απαριθμήθηκε σε Dispensatorium Noricum. Η χρήση της ως ιατρική φαίνεται να τεντώνει πίσω στην αρχαιότητα εν τούτοις, επειδή, αν και οι κύριες χρήσεις της ήταν στο θυμίαμα και στη mummification διαδικασία (μαζί με πολύ τον καλύτερο - γνωστά frankincense και myrrh) εκεί είναι αρχαίες αναφορές στη χρήση της για τα προβλήματα συκωτιού και στομαχιών καθώς επίσης και μια θεραπεία για τις δυσκολίες αναπνοής και για την απώλεια της τρίχας. Το ουσιαστικό πετρέλαιο έχει μια συγκεκριμένη πυκνότητα 0.925 και το σημείο βρασμού του μπορεί να είναι τόσο υψηλό όπως 280 βαθμούς, ένας από τους λόγους για τους οποίους είναι ένα άριστο στερεωτικό. Ένας άλλος λόγος είναι ότι, στη σωστή αναλογία, μεταδίδει μια σημείωση ambergris* που είναι ανεκτίμητη σε μερικούς τύπους λεπτών fragrances και lavender ενώσεων.

τα *Ambergris είναι μια παθολογική έκκριση της φάλαινας σπέρματος και χρησιμοποιήθηκαν εκτενώς στους προηγούμενους χρόνους ως συναρμολογητής και τονωτικό για τα αρώματα. Ενώ το κυνήγι φάλαινας πραγματοποιείται ακόμα από τους νορβηγικούς και ιαπωνικούς βαρβάρους είναι πολύ σημαντικό για μας να μην το χρησιμοποιήσουμε. Όταν το κυνήγι φάλαινας είναι ένα πράγμα του παρελθόντος, όλα τα ambergris που εμφανίζονται στην αγορά θα είναι `found και συνεπώς χρησιμοποιήσιμος.



In prehistoric (neolithic) North Africa there lived, amongst many peoples, a tribe of nomadic goat-herders. Occasionally, these people noticed that their goats acquired a blackish, sticky substance on their fleeces and eventually they realised that if this substance were removed and burned, it provided a very fragrant smoke.

As a brief aside it is worth mentioning that the use of aromatic materials as incense is the origin of perfumery and of aromatherapy. The word perfume itself comes from the Latin words per fumum, meaning through smoke.

Having lived in North Africa, not far from the Nile delta, I can appreciate what kind of impact a pleasant smell had on the people who lived there at that time. Even living with the benefits of hot water and soap one starts to smell like a cheese one or two hours after a shower. In summer the coolest time of day is in the middle of the night. Even then, with all windows open and movement restricted as near as possible to nil, the perspiration pours off as if one were in a sauna.

The value of a fragrant substance was apparent to our nomads and they isolated the origin of the black sticky stuff. The goats ‘collected’ it as they grazed among the rock roses (labdanum). It can’t have been long before the goats were removed from the equation. The invention of the ladanesterion, a flail with leather thongs later named after the plant by the Greeks, may have been the first technology to be related to aromatics. With it the nomads could flail the plants, the resin sticking to the thongs. From these it could be more conveniently squeeged off than it could from goats’ fleeces. (They actually used sand to separate the labdanum from the ladanesterion, the sand being easily removed later).

Naturally enough, the labdanum resin so collected was much in demand and the nomads eventually gave up goat herding to become labdanum traders. They were so successful in this that they became the first dynasty of Egypt. If you examine pictures of pharoahs or of Osiris (the imagery is largely interchangeable) you will see that the arms are crossed over the chest, one hand bearing a crook (a legacy of the goat-herding days), the other hand bearing a flail (ladanesterion). The pharoah wears a false beard (even if female!) actually made from goat hair which was evidently stuck to the chin using labdanum.

The importance of aromatics in antiquity is thrown into sharp relief when it is realised that that the humble rock rose is responsible for the iconic imagery so well known to us five thousand years later even if we have largely forgotten that the roots of this imagery are in incense (per fumum).

The oleoresin is obtained from various species of cistus , principally cistus ladaniferus, the best material being collected between May and July. It was Dioscorides who first mentioned the ladanesterion method of collection but the first written mention of labdanum as a modern medicine occurred in 1589 when it was listed in Dispensatorium Noricum. Its use as a medicine does seem to stretch back into antiquity though, because, although its principal uses were in incense and in the mummification process (along with the much better known frankincense and myrrh) there are ancient references to its use for liver and stomach problems as well as a remedy for breathing difficulties and for the loss of the hair.

The essential oil has a specific gravity of 0.925 and its boiling point can be as high as 280 deg., one of the reasons why it is an excellent fixative. Another reason is that, in the right proportion, it imparts an ambergris* note which is invaluable in some types of fine fragrances and lavender compounds.

*Ambergris is a pathological secretion of the sperm whale and was extensively used in former times as a fixer and toner for perfumes. While whaling is still carried out by Norwegian and Japanese barbarians it is very important for us not to use it. When whaling is a thing of the past, all ambergris appearing on the market will be ‘found’ and consequently usable.