Αρχικό

Παρουσίαση του τρόπου συλλογής όπως αυτός γίνεται ακόμη και σήμερα KAI ΜΟΝΟ στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Σισες του Δήμου Μυλοποτάμου, Κρήτης (ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ).

3.7.09

Ιωάννου Ε. Χαβάκη -Φυτά καί Βοτάνια της Κρήτης.

Ιωάννου Ε. Χαβάκη
Ιατρού
Φυτά καί Βοτάνια της Κρήτης
Ιωάννου Ε. Χαβάκη
Ιατρού
Φυτά καί Βοτάνια της Κρήτης

Σελίδες: 80 - 81

46) Άλαδανιά
Έτσι ονομάζεται στη Κρήτη το φυτό κίστος ο Κρητικός «Cistus creticus». Σε πολλά μέρη του νήσου λέγεται και αγκίσσαρος και τα μέρη πού φυτρώνει λέγονται «αγκισσαράδες».
Συνδέεται με την Μινωική Κρήτη από μία τοιχογραφία της Κνωσού (το γαλάζιο πουλί) όπου οι αρχαιολόγοι μαζί με τα άλλα φυτά αναγνωρίζουν και τον αγκίσσαρος.
Οι αρχαίοι ωνόμαζαν τό φυτό «αλίσαρον». Αναφέρουν γι' αυτό και ο Διοσκουρίδης και ο Ηρόδοτος. Γλωσσολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ή ονομασία αυτή —καθώς δεν διαφέρει πολύ από την υπάρχουσα Κρητική αγγίσαρος— γιατί προέρχεται κατ' ευθείαν από τους Μινωΐτες, αφού όλα τα ονόματα της αρχαίας Ελληνικής πού λήγουν εις -ισαρος θεωρούνται Μινωικής προελεύσεως.
Το φυτό ανήκει στην οικογένεια των κιστωδών. "Όλα τα υπέργεια μέρη του κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο εκκρίνουν από τις μασχάλες των φύλλων του, βαλσαμώδη ουσία —το αλάδανο—. Ή ουσία αυτή ήτο επίσης γνωστή στους αρχαίους οι όποιοι την χρησιμοποιούσαν στη θεραπευτική τους. «Τό δέ λάδανον» λέγει ό Διοσκουρίδης «δύναμιν στυπτικήν, θερμαντικήν, μαλακτική, άναστομωτικήν έχει, ϊστησι δέ τάς ρέουσας τρίχας, μιγέν οϊνω και σμύρνη καί μυρσίνω έλαίω..».
Ή ίδια ουσία φαίνεται να έπωλεΐτο τότε και στην Αίγυπτο, γιατί ό Ηρόδοτος αναφέρει «τό δέ λήδανον τό Άράβιον καλέουσι λάδανον.. (Ήροδ. Γ 112) πού σημαίνει δτι έχρησιμοποιοϋσαν όχι μόνον τήν ουσία άλλα και την ίδια την Κρητική της ονομασία.
Ή ουσία είναι ρητίνη, πού κατά τις εργασίες του καθηγητού της Χημείας Εμμανουήλ, περιέχει λαδανολίνη, αιθέριο λάδι, κόμι, ρητινώδεις ουσίες, χρωστικές ύλες καί ρεσένη.
Μαζεύεται άπό τους βοσκούς και από τους λαδανοσυλλέχτες. Οι βοσκοί βόσκουν τά αιγοπρόβατα τους μέσα σέάγγισαράδες. Οί τρίχες των ζώων παρασύρουν τις ρητινώδεις ύλες υπό μορφή μελανών ή βαθέως καφεοειδών σφαιρίων, τα όποια μαζεύουν οι βοσκοί και σχηματίζουν βόλους από ακάθαρτο αλάδανο. Τους βόλους αυτούς τους βράζουν με νερό και τους απαλλάσσουν από τις τρίχες των ζώων και έτσι σχηματίζουν μάζες καθαρές από αλάδανο, πού μεταφέρουν στο εμπόριο. Οι αλαδανοσυλλέκτες κτυπούν τα φυτά με τριχοφόρα μαστίγια από τρίχες ουράς μονόπλων ζώων. Ή ρητινώδης ύλη προσκολλάται κι εδώ στις τρίχες από ο που την μαζεύουν σε βόλους, την καθαρίζουν με βρασμό και την μεταφέρουν στο εμπόριο.
Παλιότερα ή αλαδανοσυλλογή ήτο συστηματικότερη και πλουσιότερη και όπως αναφέρει ο Μ. Χουρμούζιος στα Κρητικά του (Αθήναι 1842), έγίνετο από ανθρώπους της περιοχής Μυλοποτάμου καί από βοσκούς και καλογήρους της μονής Μπαλί. Το αλάδανο πλην της θεραπευτικής εφαρμογής του, χρησιμοποιείται για την παρασκευή θυμιάματος για τις εκκλησίες και αρωμάτων. Σαν αρωματική ουσία, όπως αναφέραμε το χρησιμοποιούσαν από την πιο παλιά εποχή οι "Άραβες.
Ή λαϊκή Κρητική θεραπευτική χρησιμοποιεί τα φύλλα και τα άνθη τού φυτού σέ αφεψήματα ή εγχύματα, σαν φάρμακο στυπτικό, άντιδιαρροϊκό και σαν βάλσαμο επί στηθικών νοσημάτων. Το αλάδανο διαλυμένο με λάδι, το χρησιμοποιεί εξωτερικά σε επιτρίψεις, σαν φάρμακο επισπαστικό και αναλγητικό επί νευραλγιών, ρευματισμών και κρυολογημάτων.