Αρχικό

Παρουσίαση του τρόπου συλλογής όπως αυτός γίνεται ακόμη και σήμερα KAI ΜΟΝΟ στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Σισες του Δήμου Μυλοποτάμου, Κρήτης (ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ).

22.7.09

0 ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΟΤΑΝΑ ΥΓΕΙΑ - ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ - ΘΕΡΑΠΕΙΑ - ΟΜΟΡΦΙΑ

ΒΟΥΛΑΣ ΘΑΝΑΣΟΥΑΙΑ
ΓΕΩΠΟΝΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ

Σελίδα 81-82
Λαδανιά
Cistus creticus Boiss.
Οικ. Cistaceae

Μικρός, φρυγανώδης θάμνος, ύψους μέχρις 1 μέτρου, αυτό φυόμενος στην Ελλάδα. Έχει φύλλα αντίθετα, ωοειδή, με αραιές τρίχες και κόκκινα άνθη.
Είναι φυτό πολύ κοινό στην Ελλάδα, αρωματικό, γνωστό και σαν αλάδανος, λάδανο, ήμερη κουνουκλιά, ήμερο κιστάρι, κίστος.
Είναι είδος γνωστό από πανάρχαιους χρόνους. Από τα φύλλα και τους βλαστούς ελάμβαναν ρητίνη, γνωστή ως λ ά-δ α ν ο, πού μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνος εθεωρείτο από τα πιο σπουδαία φάρμακα. Το λάδανο αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη ότι είχε Ιδιότητες στυπτικές, θερμαντικές, μαλακτικές κ.λ.
Τα φύλλα και οι βλαστοί του κατά τον Ιούνιο και Ιούλιο εκκρίνουν μια ρητινώδη ουσία, πού θεωρείται φαρμακευτική (στυπτική, αντικαταρροϊκή, αντισπασμωδική, αποχρεμπτική, καταπραϋντική).
Χρηοιμότης :  αϋπνία,  διάρροια, οδοντόπονοι, τέτανος.



Λεξικό Φυτολογικό, 1914

Π. Γ. Γενναδίου
Π. Γ. Γενναδίου
Λεξικό Φυτολογικό, 1914 Σελ. 512 - 513
Φωτομηχανική ανατύπωση έκδοση Τροχαλία 1997
Λεξικό Φυτολογικό, 1914
Σελ. 512 - 513
Φωτομηχανική ανατύπωση έκδοση Τροχαλία 1997

Κιστάρι και Κίστο, βλ. Κίστος.
Κίστος (Cistus, γαλλ. Cistus, αγγλ. Rock-Rose, τ. Κιστωδών)• γ. περιλ,
περί τά 20 είδη• φ. φρυγανώδη ϊβαγ. τών παραμ. χωρών, οι παρ' άρχαίοις Κίστος Κίσθοι, Κίσσαροι η Κίσθαρα, κν. δέ Κιστάρια, Κίστα, Κίσταρα, Άτί-σαροι, Άλίσαροι (έν Θήρα), Άλιταριές (έν Πάρω), Ξιστάρια, Ξισταριές και Κουνουκλιές (έν Κύπρω). Εϊδη της έλλ. χλωρ. α') Κ. ό έλελισφακόφυλλος (C. salvifolius), ή κν. Άγριοφασκομηλιά, ό του Θεοφρ. και τοϋ* Διοσκρ. θήλυς Κίστος, β') Κ. ο κρητικός (C. creticus), ό κν. Αλάδανος ή Λαδανιά και έν Κύπρω Λουβιδιά, Λεουδιά ή Ληονιά, το τοΰ Διοσκρ. έτερον είδος Κίστον η Λήδον. γ') Κ. δ λαχναΐος (C. villosus ή incanus), ό τοΰ Θεοφρ. και τοΰ Διοσκρ. άρρην Κίστος, δ') Κ. ο μικρανθής (C. parviflorus). και ε') Κ. & μομπελιανός (C.monspeliensis), ό έν Μεσσηνία Βούθικο ονομαζόμενος.

Τοΰ δευτέρου ιδίως είδους (Κ. τοΰ κρητικού) τά φύλλα και οι βλαστοί κατά. Ιούνιον και Ίούλιον έκκρίνουσι είδος βαλσαμώδους ρητίνης, το λάδανον, ήτις άπ'ο παναρχαιοτάτης εποχής μέχρι τέλους τοΰ" 18ου αιώνος εχρησιμοποιειτο πολλαχοϋ ώς ουσία φαρμακευτική (φρμ• Gummi Ladanum, γαλλ. κα'ι αγγλ. Ladanum), άντιλοιμική (ΐδίως κατά της πανώλους) και αρωματική (προς θυμιάσεις). Σήμερον ή ουσία αΰτη χρησιμοποιείται σχεδόν μόνον ύπό τών ιθαγενών του Σουδάν ώς άντιλοιμική.

• Το λάδανον αναφέρεται υπό του Ηροδότου ('), ο δέ Διοσκορίδης λέγει περί αυτοϋ τά έξης: «Γίνεται δέ εξ αύτοΰ (τοΰ «έτέρου είδους Κίστου») τό λεγό-μενον λάδανον τά φύλλα γάρ αύτοΰ νεμόμεναι αί αίγες και οι τράγοι τήν λι-παρίαν άναλαμβάνουσι τω πώγωνι γνωρίμως, και τοις μηροις προσπλαττομένην διά τό τυγχάνειν ιξώδη, ην άφαιροΰντες ύλίζουσι, και άποτίθενται άναπλάσσον-τες μαγίδας' έ'νιοι δέ και σχοινιά έπισύρουσι τοίς θάμνοις, κα'ι τό προσπλασθέν αύτοις λίπος άποξύσαντες άναπλάσσουσιν κράτιστον δέ έστιν αύτοΰ τό ευώδες, ύπόχλωρον, εύμάλακκον, λιπαρόν, άμέτοχον ψάμμου η ψαφαρίας, ρητινώδες"
Το νησί της Κύπρος μέχρι της αρχές του περασμένου αιώνα αποτελούσε σημείο συλλογής του λάβδανου. Αλλά με αλλαγή των κλιματολογικών συνθηκών φαίνεται ότι η συλλογή σταμάτησε. «Σήμερον έν Κύπρο το λάδανον συλλέγεται μόνον περί τήν Τηλιριαν»

(') «Τό δέ δή λήδανον, τό Άράβιοι καλέουσι λάδανον, έ'τι τούτου θαυμασιώ-•τερον γίνεται. Έν γάρ δυσοδμοτάτω γινόμενον εύωδέστατόν έστι τών γάρ αιγών τών τράγων εν τοισι πώγωσι ευρίσκεται έγγινόμενον οιον γλοιός άπό της ύλης χρήσιμον δ'ές πολλά τών μύρων έστί, θυμιώσί τε μάλιστα τοΰτο'Αράβιοι»(Γ,112). 513το!οΰτον δε έστι το έν Κύπρω γεννώμενον' τό μέντοι άραβικόν και λιβυκον εΰτε-λέστερον. Δύναμιν δέ έ'χει στυπτικήν, θερμαντικήν, μαλακτικήν, άναστομωτικήν" ιστησι δέ τάς ρέουσας τρίχας, μιγέν οϊνω και σμύρνη και μυρσίνω έλαίω» κ.λ.

Σήμερον το λάδανον συγκομίζεται, άλλ' εις μικρά μόνον ποσά, έν Ισπανία (έκ Κ. τοΰ λαδανοφόρου— C. ladaniferus). Κρήτη, Κύπρω και τισιν ά'λ-λαις παραμ. χώραις (ιδίως έκ Κ. τοΰ κρητικοί). Έν Κύπρω, έ'νθα Κ. 6 κρητικός άπαντα αυτοφυής έπί μεγάλων εκτάσεων, το λάδανον (το κν. έν Κύπρω ληόνι) συγκομίζεται καθ' ον ακριβώς τρόπον περιγράφει ό Διοσκρ. Ό Μαρίτης αναφέρει οτι έπί τών ήμερων του (1763) ικανή ποσάτης λαδάνου συνελέγετο περί τά Λεύκαρα και εξήγετο διά τοΰ λιμένος της Λάρνακος ε'ις κιβώτια τών 50 και 100 όκ., διευθυνόμενον εις διαφόρους χώρας της Ευρώπης. Περί τά μέσα τοΰ παρελθόντος αιώνος, ότε ό Γωδρύ έπεσκέφθη τήν Κύπρον, έξηκολούθει αυτόθι ή συλλογή τοΰ λαδάνου, αλλά μόνον προς έπιτόπιον κατανάλωσιν. Σήμερον έν Κύπρο το λάδανον συλλέγεται μόνον περί τήν Τηλιριαν" κα'ι μέρος μέν του προϊόντος καταναλίσκεται έν τη* νήσω, μέρος δέ εξάγεται έν μορφν; μαγίδων διά τήν Αΐγυπτον ένθα πωλείται προς 3-4 σελίνια κατ' όκάν. Το πλείστον τοΰ λαδάνου συλλέγεται έν Κύπρω δι' οργάνου ονομαζόμενου ληονίοτρα και συνισταμένου έκ ράβδου μήκους 90—120 έ. μ. άπό τοΰ έτερου ά'κρου της όποιας εξαρτάται ξύλινον τόξον φέρον πολλάς παχείας και περί τά 30 έ. μ. μακράς δερμάτινους λωρίδας η ράμματα. Καθόσον τό τόξον σύρεται άνωθεν τών Κίστων αϊ θίγουσαι αυτούς λωρίδες ή τά ράμματα προσλαμβάνουσι τό λάδανον, όπερ προσκολλάται έπ' αυτών και τό οποίον ό λαδανοσυλλέκτης άποξέει κατά διαλείμματα και άναπλάσσει εις (ϋώλους ή μαγίδας. Άλλα τό ούτω συλλεγόμενον προϊόν εινε πάντοτε άναμεμιγμένον μέ παντοίας ξενας ύλας, και ιδίως με χώμα, ως εκ της συχνής προστριβής των ραμμάτων ή λωρίδων του τόξου• εις το έδαφος. Πολύ καθαρώτερον είναι το λάδανον το συλλεγόμενον από τοΰ πωγιυνος κα'ι τών παραγναθίων και παραμηριαίων τριχών τών εις κιστοφόρους τόπους (βοσκόντων τράγων και αιγών, έφ' ών τριχών προσκολλάται και συγκρατείται κατά θρόμβους ή ρητινώδης αύτη ουσία. Το κατά τους ανωτέρω δύο τρόπους συγκομιζόμενον λάδανον καθαρίζεται θερμαινόμενον εν ύδιτι και διηθουμενον διά λεπτοΰ υφάσματος. Απαλλασσόμενο•/ ούτω των ξένων υλών αναπλάσσεται εις μαγίδας, έκαστη των όποιων συνήθως ζυγίζει περί τά 200 οραμια. Η Αλεξάνδρεια είναι σήμερον ή μόνη οπωσδήποτε σπουδαία άγορα τοΰ προϊόντος τούτου1, άποστέλεται δ' εκεί πλην της μικρας ποσότητος της εξαγομένης έκ Κύπρου κοιί όλόκληρον σχεδόν το προϊόν της Κρήτης, ήτις παράγει πολύ μεγαλήτερον ποσόν. Έ; Αλεξανδρείας το προϊόν τούτο διευθύνεται εις το Σουδάν, Όπερ, ως ειπομεν, είναι ο κύριος τόπος της καταναλώσεως του λαδάνου σήμερον.

Από το βιβλίο φαίνεται η Κρήτη να είναι η κύρια παράγωγη για το λάβδανο. «Κρήτης, ήτις παράγει πολύ μεγαλήτερον ποσόν.»




15.7.09

«Συμβολή εις τη δημώδη ορολογίαν των φυτών»

«Συμβολή εις τη δημώδη ορολογίαν των φυτών»
Της Φραγκάκη Ευαγγελία
Αθηνα 1969

Άλαδανιά (ή) ή Άγκίσαρος ή\ άτζίκαρος (Κίσθος ή λάδανον ή κίσθαρος έν Oribase Collect Med. XV, Ι σελ. 649)=Κίστος o Κρητικός. Τα φύλλα και οι τρυφεροί βλαστοί έκκρίνουσι είδος κομμεορητίνης (οσμή, βαλσαμώδης) πού λέγεται αλάδανος. (Δεν πρέπει να γίνη σύγχυσις με το όπιουχον φάρμακον λαύδανον το όποιον στην Κρήτη λέγεται λαουντανο και πουλιέται στα φαρμακεία). «Τον Πρώτοούλη (Ιούνιο) βγάνει έτσά 'νά μπράμμα σαν τη μαστίχα και σύρνει κόρδες. Ό αλάδανος είναι εφτά Καληωρες»• αυτά με πληροφορεί ή σεβάσμια κυρία Ζωγράφου ετών 90 άπό• το χωρίον Κρασί. Θεωρείται φάρμακο αντιλοιμικό και όταν ερθη σ υ ρ τ ι κ ο στα χωριά, τον βάζουν σε σακκουλάκια και τον κρεμούν στο λαιμό των παδϊων. Θεωρείται και αποτρεπτικόν τής βασκανίας και οι μητέρες τον παραχώνουν στις, σκουφίτσες και στα μαλλάκια των βρεφών. Για τους πόνους των άρθρων και τας ρευματικός παθήσεις, κάνουν εντριβές με αλάδανο. Τον αλάδανο ελαφρά χλιαρόν επιθέτουν στους κροτάφους και στο στήθος των βρεφών «όντέν είναι σουλουχουνιασμένα» (βράζει το στηθάκι τους από κρυολόγημα). «Τόν ανελιγώνεις με την άχνα σου και τονέ κάνεις πιτταράκια και τα θέτεις τσί μηλίγκους του κοπελιού, α θες βάνεις και κίμινο» (πληρ. Ζαφειρένιας Κεφαλογιάννη από το χωρίον Ανώγεια). Και για τη διάρροια ρίχνουν 'ένα βωλαράκι μέσα στό βρασταρικό. (Γιά την χρήσιν του ώς προς την χρονίαν βρογχίτιδα βλέπε έν λ. άστέρακας). Ό άλάδανος με άλλα υλικά γίνεται καί αλοιφή γιά τους δοθιήνες - χρησιμοποιείται ώς φουρνόξυλο και κάνει ωραίο παξιμάδι. Ό αλάδανος (ή κομμεορητίνη) έχει και χρωστικάς ιδιότητας, δίδει χρώμα βυσσινί διά βαμβακερά. Έχομε δύο ειδών αλαδανιά την κρίθινη (αυτή πού έχει άνθη ροζ - μώβ) και τη σ ί-τ ι ν η (αυτή πού 'έχει άνθη κίτρινα). Ή αλαδανιά με λευκά άνθη είναι σπανιώτερη. Πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Ό τόπος πού είναι κατάφυτος από αλαδανιές λέγεται α λ α δ α ν ι α ς.
Ο ιστορικός Δήμος Ανωγείων απέχει γύρω στα 30 km από την περιοχή που μαζεύεται το λαδανο.

'Ο περιηγητής Μπελόν αναγράφει λεπτομερώς πώς έγίνετο ή συλλογή του αλάδανου και δίδει και εικόνα του εργαλείου πού έχρησιμοποιεΐτο και πού έλέγετο αργαστήρι. Και σήμερα γίνεται με αργαστήρι ή συλλογή ως έξης: Παίρνουν δύο ξύλα και τα καρφώνουν εις τρόπον ώστε να σχηματισθή ένα κεφαλαίο τάφ. Πάνω στό οριζόντιο ξύλο (κεφαλή τοΰ άργαστηρ-γιοΟ) καρφώνουν πολλές λουρίδες άπό δέρμα, μήκους περίπου 0,30 μ. Κρατώντας το αργαστήρι από το μακρύτερο ξύλο, «αποσύρνουν τσί λουρίδες» επάνω στην άλαδανιά. "Έτσι κολλά επάνω τους ή ημίρρευστος ουσία. Ξύνουν ύστερα την ουσία αυτή με μαχαίρι και την πλάθουν σέ βώλους. Άλλα υπάρχει και άλλος τρόπος πιο ξεκούραστος και πιο απλός. Οί καημένες οι αίγες δουλεύουν, αν και άθελα τους γιαυτό. Την ώρα πού βόσκουν -τρώνε τις αλαδανιές, γιατί πολύ τις αγαπούν και προσπαθούν να φάνε όσες μπορούν περισσότέρες — (ό πρώην βοσκός Έμμ. Ξυλούρης έξ Ανωγείων με πληροφορεί ότι εγνώριζε πότε θα γίνη κακοκαιρία από τις αίγες του, όταν τις εβλεπε δηλαδή νά τρώνε με λαιμαργία τις αλαδανιές), ή ημίρρευστη ουσία κολλά πάνω τα γένεια τους και στα μεργιά (μηρούς) τους και σχηματίζονται τζομπγιά τζομπγιά (θρόμβοι), τά οποία αποσπούν οι συλλέκτες και τα μαλάσσουν σε βώλους. Επειδή όμως ανακατεύονται μαζί και ξένες ύλες .(φ ρ ύ σ ο υ λ α - μικρά ξυλάκια -, χώματα κλπ.) ό αλάδανος πρέπει να καθαριστή. Βάζουν νερό στό σ ι ν τ ε ρ ο τ σ ί κ α λ ο (χύτρα χαλκωματένια γανωμένη) και βράζει το νερό. Μέσα σ' αυτό το χ ο χ λ α κ ι χ τα ό νερό ρίχνουν τους βώλους και λυώνουν. "Έτσι βραστό όπως είναι το μίγμα, το περνούν μάνι μάνι από ψιλό καθαρό ν τ ο υ λ π έ ν τ ι (τουλουπάνι) και αφήνουν το μίγμα στο απόί (νυχτερινή δρόσος). Το νερό ψύχεται και ό αλάδανος πήζει και βγαίνει στην απάνω μερά (επιφάνεια). Τον μαζώνουν «πριχού δώσ' ό ήλιος» για να μή λ ύ σ η και τον ξανακάνουν βώλους ή κ ρ ι μ π ά τ σ α ή κεράκια, και τον αφήνουν σε ψυχρό χώρο. (Ειρήσθω έν παρόδω ότι και οι λαγοί αρέσκονται στη μυρωδιά και στη σκιά τής αλαδανιάς. Ό πεθερός μου Ίω. Φραγκάκις, δεινός κυνηγός, με πληροφορεί ότι βρίσκει ίχνη του λαγού από τις τρίχες του, πού κάθονται πάνω στις αλαδανιές). Οι μαμήδες (μαϊαι) πηγαίνουν μόνες τους και μαζεύουν αλάδανο (να μην αγγίξη αντρίστικο χέρι) και τον χρησιμοποιούν για τα βρέφη. Ή Κρήτη άλλοτε έκανε μεγάλη εξαγωγή αλάδανου στην Αίγυπτο και στο Σουδάν. Σήμερα «τόν τράβα» μόνο το Σουδάν. Καθώς με πληροφορεί ή κυρία Μαρία Δενδρινου - Αλιφεροπούλου εκ Χαρτούμ (ενοικιάστριά μου στο σπίτι τής Φιλοθέης) διπλωματούχος Μαία, οι πλούσιες Σουδανέζες πελάτισσες της χρησιμοποιούν τον άλάδανο μαζί μέ σανταλόξυλο είς υποκαπνισμούς, για λόγους κοκκεταρίας. Ή Δις Μαρία Γερμανάκη, ανεψιά του ποτέ Μητροπολίτου Κρήτης Τιμοθέου Βενέρη, με πληροφορεί ότι ο Τιμόθεος Βενέρης, ων επίσκοπος Ρεθύμνης καί Αυλοποτάμου, εφοδίαζε το Πατριαρχείων Κων/λεως με αλάδανο, για την παρασκευή του Αγίου Μύρου.

Για τον αλάδανο ομιλεί ο Ηρόδοτος (Γ έκδ. Παπύρου σελ. 599 παρ. 107 και παρ. 112) ως έξης: «Τό δέ δή λήδανον, τό Άράβιοι καλέουσι λάδανον έτι τούτου ;{τοΰ στύρακος] θώμασιώτερον γίνεται, έν γάρ δυσοσμοτάτω γινόμενον εύωδέτατόν έστι. τών γάρ αιγών τών τράγων έν τοις πώγωσι ευρίσκεται εγγινόμενον οίον γλοιός από τής ύλης. Χρήσιμον δ' ές πολλά τών μόρων εστί, θυμιώσι τε μάλιστα τούτο Άράβιοι». Ό Διοσκορίδης («Τά σωζόμενα» έκδ. "Αλδου 1518)«,σελ. 30) ομιλεί περί λαδάνου μέ τά κάτωθι: «Γίνεται δέ έξ αυτού (τού έτερου είδους Κίστου) τό λεγόμενων λαδανον. τά φύλλα γάρ αύτοϋ νεμόμεναι αί αίγες καί οί τράγοι τήν λιπαριαν άνάλαμβάνουσι τω πώγωνι γνωρίμως, καί τοΐς μηροΐς προσπλαττομένην διά τό τυγχάνειν ιξώδη, ήν άφαιρούντες ύλίζουσι, καί άποτίθενται άναπλάσ-σοντές μαγίδας. ενιοι δέ καί σχοινιά έπισόρουσι τοΐς θάμνοις, καί τό προσπλασθέν αύτοΐς λίπος άποξύσαντες άναπλάσσούσιν.;......... δύναμιν δε εχει στυπτικήν, θερμαντικήν, μάλακτικήν, άναστομωτικήν. ιστησι δέ τάς ρέουσας τρίχας, ύποθυμιάται, σκληρίας θεραπεύει…………»

Ή αλαδανιά όταν είναι ανθισμένη είναι χάρμα οφθαλμών, άλλα τα άνθη της δεν κρατούν πάνω από μία μέρα. Ευτυχώς πού δεν τα ανοίγεί όλα μαζί, και ευτυχώς πού κάνει πάρα πολλά άνθη. Αυτοφυές φυτόν τής Κρήτης, ήλκυσε την προσοχήν των Μινωιτών καλλιτεχνών και έτσι την βλέπομε να, εικονίζεται στη θαυμάσια νωπογραφία τής Κνωσού «το γαλάζιο πουλί», μαζί με αλλά λουλούδια τής Κρήτης.

3.7.09

Ιωάννου Ε. Χαβάκη -Φυτά καί Βοτάνια της Κρήτης.

Ιωάννου Ε. Χαβάκη
Ιατρού
Φυτά καί Βοτάνια της Κρήτης
Ιωάννου Ε. Χαβάκη
Ιατρού
Φυτά καί Βοτάνια της Κρήτης

Σελίδες: 80 - 81

46) Άλαδανιά
Έτσι ονομάζεται στη Κρήτη το φυτό κίστος ο Κρητικός «Cistus creticus». Σε πολλά μέρη του νήσου λέγεται και αγκίσσαρος και τα μέρη πού φυτρώνει λέγονται «αγκισσαράδες».
Συνδέεται με την Μινωική Κρήτη από μία τοιχογραφία της Κνωσού (το γαλάζιο πουλί) όπου οι αρχαιολόγοι μαζί με τα άλλα φυτά αναγνωρίζουν και τον αγκίσσαρος.
Οι αρχαίοι ωνόμαζαν τό φυτό «αλίσαρον». Αναφέρουν γι' αυτό και ο Διοσκουρίδης και ο Ηρόδοτος. Γλωσσολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ή ονομασία αυτή —καθώς δεν διαφέρει πολύ από την υπάρχουσα Κρητική αγγίσαρος— γιατί προέρχεται κατ' ευθείαν από τους Μινωΐτες, αφού όλα τα ονόματα της αρχαίας Ελληνικής πού λήγουν εις -ισαρος θεωρούνται Μινωικής προελεύσεως.
Το φυτό ανήκει στην οικογένεια των κιστωδών. "Όλα τα υπέργεια μέρη του κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο εκκρίνουν από τις μασχάλες των φύλλων του, βαλσαμώδη ουσία —το αλάδανο—. Ή ουσία αυτή ήτο επίσης γνωστή στους αρχαίους οι όποιοι την χρησιμοποιούσαν στη θεραπευτική τους. «Τό δέ λάδανον» λέγει ό Διοσκουρίδης «δύναμιν στυπτικήν, θερμαντικήν, μαλακτική, άναστομωτικήν έχει, ϊστησι δέ τάς ρέουσας τρίχας, μιγέν οϊνω και σμύρνη καί μυρσίνω έλαίω..».
Ή ίδια ουσία φαίνεται να έπωλεΐτο τότε και στην Αίγυπτο, γιατί ό Ηρόδοτος αναφέρει «τό δέ λήδανον τό Άράβιον καλέουσι λάδανον.. (Ήροδ. Γ 112) πού σημαίνει δτι έχρησιμοποιοϋσαν όχι μόνον τήν ουσία άλλα και την ίδια την Κρητική της ονομασία.
Ή ουσία είναι ρητίνη, πού κατά τις εργασίες του καθηγητού της Χημείας Εμμανουήλ, περιέχει λαδανολίνη, αιθέριο λάδι, κόμι, ρητινώδεις ουσίες, χρωστικές ύλες καί ρεσένη.
Μαζεύεται άπό τους βοσκούς και από τους λαδανοσυλλέχτες. Οι βοσκοί βόσκουν τά αιγοπρόβατα τους μέσα σέάγγισαράδες. Οί τρίχες των ζώων παρασύρουν τις ρητινώδεις ύλες υπό μορφή μελανών ή βαθέως καφεοειδών σφαιρίων, τα όποια μαζεύουν οι βοσκοί και σχηματίζουν βόλους από ακάθαρτο αλάδανο. Τους βόλους αυτούς τους βράζουν με νερό και τους απαλλάσσουν από τις τρίχες των ζώων και έτσι σχηματίζουν μάζες καθαρές από αλάδανο, πού μεταφέρουν στο εμπόριο. Οι αλαδανοσυλλέκτες κτυπούν τα φυτά με τριχοφόρα μαστίγια από τρίχες ουράς μονόπλων ζώων. Ή ρητινώδης ύλη προσκολλάται κι εδώ στις τρίχες από ο που την μαζεύουν σε βόλους, την καθαρίζουν με βρασμό και την μεταφέρουν στο εμπόριο.
Παλιότερα ή αλαδανοσυλλογή ήτο συστηματικότερη και πλουσιότερη και όπως αναφέρει ο Μ. Χουρμούζιος στα Κρητικά του (Αθήναι 1842), έγίνετο από ανθρώπους της περιοχής Μυλοποτάμου καί από βοσκούς και καλογήρους της μονής Μπαλί. Το αλάδανο πλην της θεραπευτικής εφαρμογής του, χρησιμοποιείται για την παρασκευή θυμιάματος για τις εκκλησίες και αρωμάτων. Σαν αρωματική ουσία, όπως αναφέραμε το χρησιμοποιούσαν από την πιο παλιά εποχή οι "Άραβες.
Ή λαϊκή Κρητική θεραπευτική χρησιμοποιεί τα φύλλα και τα άνθη τού φυτού σέ αφεψήματα ή εγχύματα, σαν φάρμακο στυπτικό, άντιδιαρροϊκό και σαν βάλσαμο επί στηθικών νοσημάτων. Το αλάδανο διαλυμένο με λάδι, το χρησιμοποιεί εξωτερικά σε επιτρίψεις, σαν φάρμακο επισπαστικό και αναλγητικό επί νευραλγιών, ρευματισμών και κρυολογημάτων.