Αρχικό

Παρουσίαση του τρόπου συλλογής όπως αυτός γίνεται ακόμη και σήμερα KAI ΜΟΝΟ στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Σισες του Δήμου Μυλοποτάμου, Κρήτης (ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ).

15.7.09

«Συμβολή εις τη δημώδη ορολογίαν των φυτών»

«Συμβολή εις τη δημώδη ορολογίαν των φυτών»
Της Φραγκάκη Ευαγγελία
Αθηνα 1969

Άλαδανιά (ή) ή Άγκίσαρος ή\ άτζίκαρος (Κίσθος ή λάδανον ή κίσθαρος έν Oribase Collect Med. XV, Ι σελ. 649)=Κίστος o Κρητικός. Τα φύλλα και οι τρυφεροί βλαστοί έκκρίνουσι είδος κομμεορητίνης (οσμή, βαλσαμώδης) πού λέγεται αλάδανος. (Δεν πρέπει να γίνη σύγχυσις με το όπιουχον φάρμακον λαύδανον το όποιον στην Κρήτη λέγεται λαουντανο και πουλιέται στα φαρμακεία). «Τον Πρώτοούλη (Ιούνιο) βγάνει έτσά 'νά μπράμμα σαν τη μαστίχα και σύρνει κόρδες. Ό αλάδανος είναι εφτά Καληωρες»• αυτά με πληροφορεί ή σεβάσμια κυρία Ζωγράφου ετών 90 άπό• το χωρίον Κρασί. Θεωρείται φάρμακο αντιλοιμικό και όταν ερθη σ υ ρ τ ι κ ο στα χωριά, τον βάζουν σε σακκουλάκια και τον κρεμούν στο λαιμό των παδϊων. Θεωρείται και αποτρεπτικόν τής βασκανίας και οι μητέρες τον παραχώνουν στις, σκουφίτσες και στα μαλλάκια των βρεφών. Για τους πόνους των άρθρων και τας ρευματικός παθήσεις, κάνουν εντριβές με αλάδανο. Τον αλάδανο ελαφρά χλιαρόν επιθέτουν στους κροτάφους και στο στήθος των βρεφών «όντέν είναι σουλουχουνιασμένα» (βράζει το στηθάκι τους από κρυολόγημα). «Τόν ανελιγώνεις με την άχνα σου και τονέ κάνεις πιτταράκια και τα θέτεις τσί μηλίγκους του κοπελιού, α θες βάνεις και κίμινο» (πληρ. Ζαφειρένιας Κεφαλογιάννη από το χωρίον Ανώγεια). Και για τη διάρροια ρίχνουν 'ένα βωλαράκι μέσα στό βρασταρικό. (Γιά την χρήσιν του ώς προς την χρονίαν βρογχίτιδα βλέπε έν λ. άστέρακας). Ό άλάδανος με άλλα υλικά γίνεται καί αλοιφή γιά τους δοθιήνες - χρησιμοποιείται ώς φουρνόξυλο και κάνει ωραίο παξιμάδι. Ό αλάδανος (ή κομμεορητίνη) έχει και χρωστικάς ιδιότητας, δίδει χρώμα βυσσινί διά βαμβακερά. Έχομε δύο ειδών αλαδανιά την κρίθινη (αυτή πού έχει άνθη ροζ - μώβ) και τη σ ί-τ ι ν η (αυτή πού 'έχει άνθη κίτρινα). Ή αλαδανιά με λευκά άνθη είναι σπανιώτερη. Πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Ό τόπος πού είναι κατάφυτος από αλαδανιές λέγεται α λ α δ α ν ι α ς.
Ο ιστορικός Δήμος Ανωγείων απέχει γύρω στα 30 km από την περιοχή που μαζεύεται το λαδανο.

'Ο περιηγητής Μπελόν αναγράφει λεπτομερώς πώς έγίνετο ή συλλογή του αλάδανου και δίδει και εικόνα του εργαλείου πού έχρησιμοποιεΐτο και πού έλέγετο αργαστήρι. Και σήμερα γίνεται με αργαστήρι ή συλλογή ως έξης: Παίρνουν δύο ξύλα και τα καρφώνουν εις τρόπον ώστε να σχηματισθή ένα κεφαλαίο τάφ. Πάνω στό οριζόντιο ξύλο (κεφαλή τοΰ άργαστηρ-γιοΟ) καρφώνουν πολλές λουρίδες άπό δέρμα, μήκους περίπου 0,30 μ. Κρατώντας το αργαστήρι από το μακρύτερο ξύλο, «αποσύρνουν τσί λουρίδες» επάνω στην άλαδανιά. "Έτσι κολλά επάνω τους ή ημίρρευστος ουσία. Ξύνουν ύστερα την ουσία αυτή με μαχαίρι και την πλάθουν σέ βώλους. Άλλα υπάρχει και άλλος τρόπος πιο ξεκούραστος και πιο απλός. Οί καημένες οι αίγες δουλεύουν, αν και άθελα τους γιαυτό. Την ώρα πού βόσκουν -τρώνε τις αλαδανιές, γιατί πολύ τις αγαπούν και προσπαθούν να φάνε όσες μπορούν περισσότέρες — (ό πρώην βοσκός Έμμ. Ξυλούρης έξ Ανωγείων με πληροφορεί ότι εγνώριζε πότε θα γίνη κακοκαιρία από τις αίγες του, όταν τις εβλεπε δηλαδή νά τρώνε με λαιμαργία τις αλαδανιές), ή ημίρρευστη ουσία κολλά πάνω τα γένεια τους και στα μεργιά (μηρούς) τους και σχηματίζονται τζομπγιά τζομπγιά (θρόμβοι), τά οποία αποσπούν οι συλλέκτες και τα μαλάσσουν σε βώλους. Επειδή όμως ανακατεύονται μαζί και ξένες ύλες .(φ ρ ύ σ ο υ λ α - μικρά ξυλάκια -, χώματα κλπ.) ό αλάδανος πρέπει να καθαριστή. Βάζουν νερό στό σ ι ν τ ε ρ ο τ σ ί κ α λ ο (χύτρα χαλκωματένια γανωμένη) και βράζει το νερό. Μέσα σ' αυτό το χ ο χ λ α κ ι χ τα ό νερό ρίχνουν τους βώλους και λυώνουν. "Έτσι βραστό όπως είναι το μίγμα, το περνούν μάνι μάνι από ψιλό καθαρό ν τ ο υ λ π έ ν τ ι (τουλουπάνι) και αφήνουν το μίγμα στο απόί (νυχτερινή δρόσος). Το νερό ψύχεται και ό αλάδανος πήζει και βγαίνει στην απάνω μερά (επιφάνεια). Τον μαζώνουν «πριχού δώσ' ό ήλιος» για να μή λ ύ σ η και τον ξανακάνουν βώλους ή κ ρ ι μ π ά τ σ α ή κεράκια, και τον αφήνουν σε ψυχρό χώρο. (Ειρήσθω έν παρόδω ότι και οι λαγοί αρέσκονται στη μυρωδιά και στη σκιά τής αλαδανιάς. Ό πεθερός μου Ίω. Φραγκάκις, δεινός κυνηγός, με πληροφορεί ότι βρίσκει ίχνη του λαγού από τις τρίχες του, πού κάθονται πάνω στις αλαδανιές). Οι μαμήδες (μαϊαι) πηγαίνουν μόνες τους και μαζεύουν αλάδανο (να μην αγγίξη αντρίστικο χέρι) και τον χρησιμοποιούν για τα βρέφη. Ή Κρήτη άλλοτε έκανε μεγάλη εξαγωγή αλάδανου στην Αίγυπτο και στο Σουδάν. Σήμερα «τόν τράβα» μόνο το Σουδάν. Καθώς με πληροφορεί ή κυρία Μαρία Δενδρινου - Αλιφεροπούλου εκ Χαρτούμ (ενοικιάστριά μου στο σπίτι τής Φιλοθέης) διπλωματούχος Μαία, οι πλούσιες Σουδανέζες πελάτισσες της χρησιμοποιούν τον άλάδανο μαζί μέ σανταλόξυλο είς υποκαπνισμούς, για λόγους κοκκεταρίας. Ή Δις Μαρία Γερμανάκη, ανεψιά του ποτέ Μητροπολίτου Κρήτης Τιμοθέου Βενέρη, με πληροφορεί ότι ο Τιμόθεος Βενέρης, ων επίσκοπος Ρεθύμνης καί Αυλοποτάμου, εφοδίαζε το Πατριαρχείων Κων/λεως με αλάδανο, για την παρασκευή του Αγίου Μύρου.

Για τον αλάδανο ομιλεί ο Ηρόδοτος (Γ έκδ. Παπύρου σελ. 599 παρ. 107 και παρ. 112) ως έξης: «Τό δέ δή λήδανον, τό Άράβιοι καλέουσι λάδανον έτι τούτου ;{τοΰ στύρακος] θώμασιώτερον γίνεται, έν γάρ δυσοσμοτάτω γινόμενον εύωδέτατόν έστι. τών γάρ αιγών τών τράγων έν τοις πώγωσι ευρίσκεται εγγινόμενον οίον γλοιός από τής ύλης. Χρήσιμον δ' ές πολλά τών μόρων εστί, θυμιώσι τε μάλιστα τούτο Άράβιοι». Ό Διοσκορίδης («Τά σωζόμενα» έκδ. "Αλδου 1518)«,σελ. 30) ομιλεί περί λαδάνου μέ τά κάτωθι: «Γίνεται δέ έξ αυτού (τού έτερου είδους Κίστου) τό λεγόμενων λαδανον. τά φύλλα γάρ αύτοϋ νεμόμεναι αί αίγες καί οί τράγοι τήν λιπαριαν άνάλαμβάνουσι τω πώγωνι γνωρίμως, καί τοΐς μηροΐς προσπλαττομένην διά τό τυγχάνειν ιξώδη, ήν άφαιρούντες ύλίζουσι, καί άποτίθενται άναπλάσ-σοντές μαγίδας. ενιοι δέ καί σχοινιά έπισόρουσι τοΐς θάμνοις, καί τό προσπλασθέν αύτοΐς λίπος άποξύσαντες άναπλάσσούσιν.;......... δύναμιν δε εχει στυπτικήν, θερμαντικήν, μάλακτικήν, άναστομωτικήν. ιστησι δέ τάς ρέουσας τρίχας, ύποθυμιάται, σκληρίας θεραπεύει…………»

Ή αλαδανιά όταν είναι ανθισμένη είναι χάρμα οφθαλμών, άλλα τα άνθη της δεν κρατούν πάνω από μία μέρα. Ευτυχώς πού δεν τα ανοίγεί όλα μαζί, και ευτυχώς πού κάνει πάρα πολλά άνθη. Αυτοφυές φυτόν τής Κρήτης, ήλκυσε την προσοχήν των Μινωιτών καλλιτεχνών και έτσι την βλέπομε να, εικονίζεται στη θαυμάσια νωπογραφία τής Κνωσού «το γαλάζιο πουλί», μαζί με αλλά λουλούδια τής Κρήτης.