Αρχικό

Παρουσίαση του τρόπου συλλογής όπως αυτός γίνεται ακόμη και σήμερα KAI ΜΟΝΟ στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Σισες του Δήμου Μυλοποτάμου, Κρήτης (ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ).

6.4.00

Αγκίσαρος

Ο κίσθος με τα ροζ λουλούδια δίνει το λάδανο.
Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα

Η λατινική του ονομασία στην Ανατολική Μεσόγειο είναι Cistus creticus (Κίστος ο Κρητικός) ενώ στην Δυτική Μεσόγειο η ονομάζεται Cistus ladanopherum.*
Το συναντούμε στη χώρα μας με τις ονομασίες λάδανο, αλάδανο, αλυταριά, ήμερη κουνουκλιά, ήμερο κιστάρι, αγκίσαρος, ακίσσαρο, ατζίκαρος.
Ανήκει στην οικογένεια των Κιστοειδών.
Είναι θάμνος πολυετής που φτάνει το ένα μέτρο, αρωματικός και πυκνός. Τα άνθη του φυτού είναι μεγάλα (έχουν μήκος από 4-6 εκατοστά), με στεφάνη σε ζωηρό ροδινολιλά χρώμα και κέντρο λευκό, με πέντε σέπαλα ωοειδή και πέντε πέταλα ελαφρά δίλοβα και ρυτιδωτά. Στύλοι ίσοι με τους χρυσοκίτρινους στημόνες.
Τα φύλλα του έχουν μήκος από 12-25 χιλιοστά, έχουν σχήμα ωοειδές-λογχοειδές, είναι αντίθετα, πράσινα και οι άκρες τους είναι κυματιστές. Τα φύλλα έχουν τρίχες αδενώδεις που κατά τον Ιούνιο – Ιούλιο εκκρίνουν μία κομμεορητίνη, η οποία ονομάζεται λάδανο. Η ρητίνη αυτή βέβαια δεν έχει καμία σχέση με το λάβδανο το οποίο είναι βάμμα οπίου.
Το λάδανο περιέχει 76 μέρη ρητίνης με λίγο αιθέριο έλαιο, 7 μέρη κερί, 1 μέρος νερουλά εκχυλίσματα και 6 μέρη άλλων ουσιών. Η ρητίνη αυτή και παρουσιάζει ισχυρή αντιμικροβιακή δράση (Δεμέντζος και συνεργάτες, 1997) και κυρίως αντιλευχαιμική δράση (Δήμας και συνεργάτες, 1998), η οποία μπορεί να συγκριθεί με καθιερωμένα φάρμακα των κατηγοριών αυτών, όπως είναι η αμπικιλλίνη και η καμπτοθεκίνη.
Έχει άρωμα που μοιάζει με την οσμή που έχει το φαιό άμβαρι και δυνατή γεύση βάλσαμου.
Γνωστό βότανο από την αρχαιότητα. Αναφέρεται από τον Ηρόδοτο (Ιστορία ΙΙΙ, 12). Την εποχή του Ηροδότου, Έλληνες και Λατίνοι φυσιοδίφες το ονόμασαν λάδανο ή λήδανο, σύμφωνα με τη σημιτική ονομασία Ladan το «εκρηματώδες φυτό» και ανέφεραν ότι «η έκκριση του φυτού κολλά στα πόδια των τράγων και των κατσικιών όταν βόσκουν και από εκεί μαζεύεται και ζυμώνεται για να πάρει την τελική μορφή του».
Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν το λάδανο σε θυμιάματα και αλοιφές. Απέδιδαν στο βότανο αντιρρευματικές, θερμαντικές, αντισηπτικές και στυπτικές θεραπευτικές ιδιότητες.
Στη χώρα μας το συναντούμε στη Θεσσαλία, Αττική, Κυκλάδες, Κρήτη και Επτάνησα, αλλά μόνο στη Κρήτη εκμεταλλεύεται, όπου το χρησιμοποιούσαν κυρίως κατά των στηθικών νοσημάτων, των διαρροϊκών και δυσεντερικών παθήσεων.
Στην Κρήτη, ανάλογα με την περιοχή αποκαλείται αλαδανιά, λαδανιά, αγκίσαρος ή ατζίκαρος.
Το βότανο δρα ως στυπτικό, αποχρεμπτικό, αντικαταρροϊκό και αντιδυσεντερικό.
Το λάδανο έχει επίσης καλά αποτελέσματα κατά της αϋπνίας του πονόδοντου και του τέτανου. Με τους καρπούς του φυτού φτιάχνεται ένα βραστάρι που σταματά τη διάρροια και με τα φύλλα ένα αρωματικό τσάι Παλιότερα ορισμένοι αρτοποιοί το έβαζαν στο φούρνο τους για να αρωματίζουν τα παξιμάδια, ενώ με το θυμίαμα της ρητίνης θύμιαζαν τις εικόνες τόσο στο Μυλοπόταμο της Κρήτης, όσο και στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.
Η αλαδανιά εκφύεται σε πάρα πολλά μέρη του κόσμου όπως Ελλάδα, νότια Ιταλία, Ισπανία, Τουρκία, νότια Γαλλία και αλλού. Επίσης αλάδανος παράγεται σε πολλά από αυτά τα μέρη. Όμως η καλύτερη ποιότητα , παράγεται στην Κρήτη και κυρίως στις Σίσες.*
Εκεί υπάρχουν μεγάλες περιοχές, όπου ευδοκιμούν αποκλειστικά και μόνο αγκίσαροι με γαλάζια λουλούδια , τα οποία και παράγουν καλύτερης ποιότητας αλάδανο. Στα τέλη περίπου Μαΐου κάθε χρόνο, μόλις αρχίσει δηλαδή η ζέστη του καλοκαιριού, οι αγκίσαροι είναι έτοιμοι για να αρχίσει η περισυλλογή του αλαδάνου. Για συλλέξουν τον αλάδανο από το φυτό, χρησιμοποιούν ένα αργαστήρι, μια κατασκευή από ξύλο που πάνω της έχουν δέσει πλαστικά λουριά. Χτυπώντας αυτά τα λουριά πάνω στο φυτό, η ρητίνη κολλάει πάνω τους και έτσι τη συλλέγουν