Αρχικό

Παρουσίαση του τρόπου συλλογής όπως αυτός γίνεται ακόμη και σήμερα KAI ΜΟΝΟ στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Σισες του Δήμου Μυλοποτάμου, Κρήτης (ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ).

14.6.05

Δύο μυστηριώδη αρωματικά φυτά της αρχαίας Κρήτης To PO-NI-KI-JO και η THEANGELIS


Περίπου το 15% των πινακίδων γραμμικής γραφής Β' του δεκάτου τρίτου αιώνα π.Χ., που αποκαλύφθηκαν από τον Α. Evans στην Κνωσό, αφορούν τα αρώματα και τα αρωματικά φυτά. Πρόκειται κυρίως για μια δωδεκάδα κομμίων, σπόρων ή αρωματικών ελαίων που προέρχονται από την πλούσια κρητική χλωρίδα, όπως, για παράδειγμα, το κορίανδρον, κύπειρος, σφάκος, το ki-ta-no, δηλαδή κριτάνος, η «μαστίχα» της φιστικιας-τερεβίνθου. Ταυτόχρονα με τα προϊόντα αυτά, 22 χωριά ή κοινότητες εργατών υποχρεώνονται να παραδίδουν στο ανάκτορο της Κνωσού, σε ποσότητες 1 έως 34 χιλιογράμμων, ένα μυστηριώδες προϊόν, το po-ni-ki-jo, που μεταγράφηκε στα ελληνικά ως φοιν'κιον·

Paul Faure
Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Clermont-Ferrand

Η λέξη φοίνιξ προσφέρει τουλάχιστον επτά διαφορετικές έννοιες και υποδηλώνει 1) το ερυθρό της πορφύρας, 2) διάφορα μυθικά πρόσωπα, όπως ο Φοίνικας, βασιλιάς της Τύρου, πατέρας της Ευρώπης, 3) διάφορα ελληνικά υδρονύμια, 4) ένα μυθικό πτηνό της Αραβίας, 5) τη χουρμαδιά και τα προϊόντα της, 6) ένα φοινικικό μουσικό όργανο και 7) ένα αγρωστώ-δες φυτό των σιτοειδών. Άρα, πρέπει να πιστεύσουμε πως η λέξη φοινί-κιον, που είναι παράγωγό της, δεν προσδιόριζε άλλο πράγμα, παρά την πορφύρα ή ένα φοινικικό αρωματικό φυτό. Την ίδια εποχή, οι γραφείς της Κνωσού χρησιμοποιούσαν ήδη τις λέξεις po-pu-re-jo και po-pu-re-ja, οι οποίες σηματοδοτούσαν την έννοια του χρώματος της πορφύρας. Αποκλείεται, λοιπόν, να εκλάβουμε το po-ni-ki-jo σαν ένα προϊόν βαφής, όπως το ριζάρι, κνήκος. ώχρος, μίλτος, πρινοκόκκι ή κιρμίζο. Όπως το ku-pi-ri-jo των μυκηναϊκών πινακίδων είναι ο Κύπριος ή τo άρωμα της Κύπρου και όπως το σημερινό λιβανωτό είναι το άρωμα του Λιβάνου, το po-ni-ki-jo ήταν το άρωμα της αρχαίας Φοινίκης, εκείνο το οποίο, από την εποχή του Ηροδότου (Ιστορία, III,12), όλοι οι Έλληνες και Λατίνοι φυσιοδίφες ονόμασαν λάδανον ή λήδανον. σύμφωνα με τη σημιτική ονομασία ladan, το «εκκριματώδες φυτό». Μας πληροφορούν πως το λάδανον είναι κομμεορητίνη των φύλλων ενός μικρού θάμνου με ροζ άνθη, ονομαζόμενο κίσθος ή κίσθαρον ή κίσσαρον (Cistus Creticus Boissieri), και ότι η έκκριση του φυτού κολλά στα γένια και στα πόδια των τράγων και των κατσικιών όταν βόσκουν, και από κει μαζεύεται και ζυμώνεται για να πάρει την τελική μορφή του» (Διοσκορίδης. Ιαματική Ύλη 1,97). Το φυτό αυτό είναι αρκετά γνωστό στην Κρήτη, όπου αποκαλείται αλαδανία ή λαδανία. αγκίσαρος ή ατζίκαρος, αναλόγως των περιοχών. Μεταξύ των περιοχών Σίσες και Βάλη του Μυλοποτάμου περισυνέλεγαν αρκετά πρόσφατα ακόμη το πολύτιμο αλάδανο, κατά τις θερμότερες ώρες του καλοκαιριού, με ένα είδος δίκρανου, εφοδιασμένου με δερμάτινους ιμάντες, το οποίο ονομάζεται αργαστήρι. Απόξεαν τους ιμάντες και σχημάτιζαν με τον αλάδανο μαυριδερές πλάκες 1 έως 3 κιλών, ίδιου βάρους με εκείνες του po-ni-ki-jo που παρέδιδαν άλλοτε στο ανάκτορο του βασιλιά Μίνωα στην Κνωσό. Τα άνθη του κρητικού κίσθαρου εικονίζονται στη νωπογραφία της Κνωσού «γαλάζιο πουλί». Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη ρητίνη αυτή σε θυμιάματα και σε αλοιφές. Της απέδιδαν κάθε είδους θεραπευτικές ιδιότητες: αντιρρευματικέθερμαντικές, αντισηπτικές, στυπτικές. Οι χωρικοί της κεντρικής Κρήτης μέχρι το 1970 περίπου χρησιμοποιούσαν τον αλάδανο εναντίον των μολυσματικών νόσων, των χρονιών αρθρίτιδων και βρογχίτιδων, της διάρροιας. διαφόρων παιδικών νοσημάτων και της δοθιήνωσης. Οι μαίες μάζευαν κρυφά την ευώδη ρητίνη της αλαδανίας και φρόντιζαν μ' αυτήν τα βρέφη, μαλάσσοντας μ' αυτήν τους κροτάφους και το στήθος σε περίπτωση κρυολογήματος. Οι μητέρες έκρυβαν λίγο απ' αυτό στο σκούφο ή στο εσώρουχο των μωρών τους, γιατί πίστευαν ότι ο αλάδανος ήταν ικανός να αποτρέπει την βασκανία και να τρέπει σε φυγή το «κακόν» και το "Πονηρόν». Πριν μερικά χρόνια στην Αίγυπτο και στο Σουδάν, οι όμορφες κοπέλες το έκαιγαν μέσα στο λουτρό τους.
Cistus Creticus.

Στην Κρήτη ορισμένοι αρτοποιοί το έβαζαν στο φούρνο τους για να αρωματίζουν τα παξιμάδια. Με τον καπνό του αλάδανου θύμιαζαν τις εικόνες, τόσο στο Μυλοπόταμο της Κρήτης όσο και στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Τέλος, αυτή η ρητίνη με την αγρίαν και χωμάτινη οσμή είχε την ικανότητα να προσδίδει στα βαμβακερά του περασμένου αιώνα ένα βυσσινί αλλά εξίτηλο χρώμα, ούτως ώστε πολλοί σύγχρονοι ερευνητές θεωρούν πως η λέξη ρο-ni-ki-jo συνενώνει τις δύο έννοιες της λέξης φοίνιξ: προϊόν των συρολι-βανικών ακτών και μια ερυθρή χρωστική ουσία.

Όταν η κρητομυκηναίκή θαλασσοκρατία αντικαταστάθηκε από την φοινικική θαλασσοκρατία. στις αρχές της πρώτης χιλιετηρίδας π.Χ., η ελληνική λέξη po-ni-ki-jo των πινακίδων γραμμικής γραφής Β' παραχώρησε τη θέση της στην σημιτική λέξη ladan αρκετά εύκολα, εφόσον η Συρία, γύρω από τη Δαμασκό, και το νησί της Κύπρου διέθεταν δύο ποικιλίες φυτών παρόμοιες με την κρητική λαδανία. Αλλά. φοινίκεος-ους, στην κλασική εποχή, έλαβε και διατήρησε την έννοια του «ερυθρού». Οι φιλόλογοι πιστεύουν επίσης πως το όνομα Φοίνικες είναι ένας σαρκασμός που καθιέρωσαν οι Έλληνες, οι οποίοι θεωρούσαν τους οικονομικούς τους αντίπαλους ως Ερυθρόδερμους, ενώ οι Αιγύπτιοι τους αποκαλούσαν Fenkhou, δηλαδή Ξυλουργούς. Οι θεραπευτικές ιδιότητες του λάδανου, του κίσθου ή κίσθαρου εμφανίστηκαν τόσο θαυμαστές, ώστε θεωρήθηκαν μαγικές από τις μητέρες. Αλλά πουθενά δεν αναφέρεται ότι το λάδανον είχε ενθουσιαστικές, εκστατικές ή προφητικές ιδιότητες, ούτε ότι οιωνοσκοπούσαν τον καπνό του, πράξη που αποκαλείται λιβανομαντεία. Αντιθέτως, αυτή ήταν η περίπτωση ενός ιερού φυτού, της thean-gelis ή «αγγελιαφόρος των Θεών». Το 70 π.Χ., περίπου, ο Πλίνιος (Histo-ria Naturalis, XXIV, 164), συνοψίζοντας το σύγγραμμα ενός ελληνιστικού μυθογράφου, δηλώνει ότι είναι «ένα φυτό το οποίο, λαμβανόμενο ως ποτό, δίνει στους Μάγους το χάρισμα της μαντείας» και το οποίο βρίσκεται στα Δικταία όρη της Κρήτης, στο όρος Λϊβανος της Συρίας, γύρω από την Βαβυλώνα, και στη Σουσιανή της Περσίας. Αμέσως θυμόμαστε τους Μάγους της παλιάς ιρανικής θρησκείας. που κατασκεύαζαν το haoma, ή ιερό ποτό. με διάφορα παραισθησιογόνα φυτά (μυιοκτόνο αμανίτη 11), που ήρθαν από την Ανατολή προφητεύοντας το θάνατο του Ηρώδη και την έλευση του Υιού του Θεού. Αλλά κανένα κρητικό φυτό δεν έχει τις ιδιότητες του haoma. και από την άλλη πλευρά, οι Μάγοι του Ευαγγελίου ήταν αστρολόγοι που εμπιστεύονταν μόνον τα άστρα. Πρέπει να υπογραμμιστεί 1) ότι το όνομα theangelis είναι η ποιητική επονομα-σία ενός φυτού «σταλμένου από τους θεούς», άρα αγαθοεργού, και 2) ότι φυόταν στην Δίκτη ή Δίκτος της Κρήτης, το κατ εξοχήν «θεϊκό όρος». Το συνηθέστερο όνομα αυτού του φυτού από τα Δικταία όρη της Κρήτης είναι γνωστό: είναι δίκταμος, λατινικά Origanum Dictamnus L. Είναι ένα μικρό φυτό της οικογένειας των χειλεανθών, χρώματος της γαλα-ζόπετρας, με αποστρογγυλευμένα φύλλα, ελαφρώς σαρκώδη και χνουδωτά. Ανθίζει σε μωβ χρώμα, προς τα μέσα του μηνός Ιουλίου, στην πλευρά των βράχων του όρους. Εικοσι-τέσσερις συγγραφείς της αρχαιότητας και 115 συγγραφείς της σύγχρονης εποχής, που παρέθεσε ο πρόσφατα θανών Ελευθέριος Πλατάκης στη μονογραφία του «Ο Δίκταμος της Κρήτης» (έκδοση Β", Ηράκλειο 1975), εξύμνησαν τις αρετές αυτής της πανάκειας. Φυτό της Θεάς Δίκτυννας (ή Άρτεμις Βριτόμαρπις), ο δίκταμος δινόταν για να διευκολύνει τα έμμηνα και την απελευθέρωση των γυναικών σε εγκυμοσύνη και για να επουλώνει τα τραύματα. Ακόμη και τα ελαφιδή γνώριζαν, φαίνεται, αυτήν τη θεραπευτική ιδιότητα. Σύμφωνα με τον Διοσκορίδη (Ιαματική Ύλη, V, 57), διέβρεχαν τα φύλλα του Δίκταμου σε μούστο για να εκχυλίσουν ένα καταπότι. Ο γιατρός Γαληνός. στα τέλη του 2ου αιώνα, το σύστηνε για την αντιμετώπιση μιας δωδεκάδας παθήσεων, από τις έμπυες πληγές έως τις νευροπάθειες. Μεταξύ των 14 ονομάτων που του έχουν δοθεί στην Κρήτη σήμερα, το πιο διαδεδομένο είναι «έροντας», επειδή τo άγριο δίκταμο θεωρείται σαν ένα αφροδισιακό.
«Ο Δίκταμος της Κρήτης»

Στην πραγματικότητα, το βασικό έλαιο που εμπεριέχουν τα λεπτότατα χνούδια των φύλλων του, με την καυστική, δηκτική και πλουσιότερη από το θυμάρι οσμή, είναι η πουλεγόνη, η οποία λαμβανόμενη σε μικρή δόση, διεγείρει το νευρικό σύστημα, επιταχύνει το μεταβολισμό και υψώνει τοπικά την θερμοκρασία του σώματος. Δεν είναι ούτε ναρκωτικό ούτε παραισθησιογόνο αλλά τονωτικό και διεγερτικό. Από εδώ προέρχεται η φήμη, αρχαία και σύγχρονη, του θαυματουργού φυτού, πραγματικού δώρου της θεότητας, αγγελιοφόρου της υγείας, της ευτυχίας και του έρωτα. Δικαιούνταν την επονομασία theangelis. Χρειάζεται να προσθέσουμε ότι το έλαιο ρίγανης που προσφερόταν στις θεότητες, στους ιερείς και τους βασιλείς των ανακτόρων της Κρήτης, των Μυκηνών και της Πύλου, από τον 15ον έως τον 13ον αιώνα π.Χ., ήταν ελαιόλαδο αρωματισμένο με απόσταγμα δίκταμου, Origanum Dictamnus L., και ότι, όταν έκαψαν όλα αυτά τα ανάκτορα, οι πινακίδες αργίλου, σκληρυνόμενες στη φωτιά, διαιώνισαν την ανάμνηση των πρώτων Ελλήνων αρωματοποιών:

Βιβλιογραφία

Για περισσότερα στοιχεία και πλήρη προγενέστερη βιβλιογραφία βλ. του ίδιου, καθηγητή Paul Faure. Parfums et aroma-tes de Γ Anliquiie. Editions A. Fayard. Paris. 1987.