Αρχικό

Παρουσίαση του τρόπου συλλογής όπως αυτός γίνεται ακόμη και σήμερα KAI ΜΟΝΟ στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Σισες του Δήμου Μυλοποτάμου, Κρήτης (ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ).

21.10.05

Ο Διοσκουρίδης

 Ο Διοσκουρίδης (1ος αιώνας μ.Χ.) «πατέρας της φαρμακολογίας» ήταν ιατρός και βοτανολόγος από την Κιλικία.. Διατηρούσε φαρμακείο επί 35 χρόνια και κατάταξε τα φάρμακα σε 5 κατηγορίες. Το έργο του «περί ύλης ιατρικής» δεν είχε ξεπεραστεί μέχρι τον 16ο αιώνα.
Περιγράφει στο έργο του «Περί Ύλης Ιατρικής» με αναλυτικό τρόπο τον «κίσθο» καθώς και τον τρόπο που μαζευόταν από αυτόν ο αλάδανος

97. Ο «κίσθος» που μερικοί το λεν «κίσθαρι» ή «κίσθαρο», είναι θάμνος που φύετε σε πετρώδεις τόπους είναι πολύκλαδος , ξυλώδης, όχι ψηλός, έχει φύλλα στρογγυλά, στρυφνά,<μαύρα>, παχιά τα άνθη του είναι όπως της ρόδιας, <στην περίπτωση του αρσενικού κόκκινα>, στην περίπτωση του θηλυκού λεύκα
  • .Έχουν τα άνθη του, όταν πίνονται μαζί με σκληρό κρασί λεία, δυνατότητα στυπτική επομένως είναι κατάλληλα για δυσεντερίες, όταν τα παίρνει κάποιος δυο φορές την ημέρα. Μόνα τους σαν κατάπλασμα παίζουν ρόλο επιδέσμων και μαζί με κηρωτή θεραπεύει καμένα και παλιά έλκη.



  • Στις ρίζες του κίσθου φύεται η λεγόμενη «υποκιστίς», αυτή που απο μερικούς λέγεται «ορόβηθρον» ή «κύτινος», κάτι που μοιάζει με «κύτινον» ροδιάς το ένα είδος είναι κιτρινωπό, το άλλο λευκό, που μετατρέπεται σε χυλό, όπως η ακακία. Μερικοί την ξεραίνουν, την σπαν, την υγραίνουν και τη βράζουν και κάνουν τα αλλά, όπως και με το «λύκιον». Έχει τις ίδιες δυνατότητες με την ακακία, αλλ’ είναι περισσότερο στυπτική και ξηραντική, και ενεργεί όταν έχουν προβλήματα κοιλιακά, δυσεντερία και αιμοπτύσεων, και βοηθάει την εμμηνορρυσία των γυναικών, όταν πίνεται ή γίνεται ένεση.
  • Υπάρχει και ένα άλλο είδος κίσθου, που από μερικούς λέγεται «λήδον» είναι θάμνος που φύεται όμοια με τον κίσθο, αλλ’ έχει φύλλα πιο μακρουλά και πιο μαύρα, που αποκτούν κάποιο πάχος την άνοιξη των φύλλων η δυνατότητα είναι στυπτική κάνοντας όσα κάνει και ο κίσθος. Από αυτό παράγεται το λεγόμενο «λάδανον» διότι κατσίκες και τράγοι τρώγοντας τα φύλλα του παίρνουν το πάχος στο πηγούνι τους και κολλημένο στους μηρού τους επειδή έχουν κολλώδη σύνθεση αυτό αφαιρώντας το καθαρίζουν και το αποθέτουν πλάθοντας «μαγίδες». Μερικοί απλώνουν σχοινιά στους θάμνους, ξύνουν το λίπος που κόλλησε πάνω τους και το ξαναπλάθουν. Το καλύτερο του είναι το ευωδιαστό, το υπόχλωρο, το ευμάλακτο, το λιπαρό, αυτό που δεν έχει άμμο ή «ψαφαρία», το ρητινώδες. Τέτοιο είναι αυτό που φύεται στην Κύπρο, όμως πιο φτηνό είναι το Αραβικό και το Λιβυκό.
  • Έχει δυνατότητες θερμαντικές, μαλακτικές, αναστομωτικές σταματάει την τριχόπτωση, αν αναμειχθεί με κρασί, σμύρνα και μυρσίνινο έλαιο και κάνει πιο εύσχημες τις ούλες, αν επαλείφεται μαζί με κρασί θεραπεύει τις ωταλγίες, όταν χύνετε με υδρομελο ή με ρόδινο μύρο. Καπνίζεται από κάτω για εκβολή δεύτερης ποσότητας. Θεραπεύει σκληρίες της μήτρας, αν αναμειχθεί σε «πεσσό», και αναμειγνύεται με τρόπο χρήσιμο σε ανώδυνα νοσήματα, σε βήχα και σε μαλάγματα και στυλώνει την κοιλιά, αν το πει κάποιος μαζί με παλιό κρασί είναι και διουρητικό.

1.Το «υποκιστίς», που και λέγεται «ορόβηθρον» ή «κύτινος» από τους ντόπιους λέγεται «βυζάτα».
2. Και ο τρόπος που περιγράφει ο Διοσκουρίδης με τα σχοινιά εφαρμόζετε ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ στην ευρύτερη περιοχή των Σισων.